Η προσφυγή του ΙΝΚΑ και Εμπορικών Συλλόγων στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανοίγει ξανά τον μεγάλο φάκελο των «κόκκινων» δανείων, των πλειστηριασμών και της αδιαφάνειας γύρω από χιλιάδες ακίνητα
Το ζήτημα των «κόκκινων» δανείων επιστρέφει με τρόπο εκκωφαντικό στο προσκήνιο.
Όχι ως λογιστικό πρόβλημα τραπεζών.
Όχι ως τεχνική υπόθεση διαχείρισης χαρτοφυλακίων.
Αλλά ως μείζον κοινωνικό, οικονομικό και θεσμικό ζήτημα.
Το ΙΝΚΑ και Εμπορικοί Σύλλογοι προσέφυγαν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, θέτοντας στο μικροσκόπιο τις πρακτικές τραπεζών, funds και servicers στη διαχείριση των «κόκκινων» δανείων.
Οι καταγγελίες κάνουν λόγο για έλλειψη διαφάνειας στις μεταβιβάσεις δανείων, αδιαφανείς διαδικασίες στους πλειστηριασμούς και χιλιάδες ακίνητα που παραμένουν εγκλωβισμένα, την ώρα που η στεγαστική κρίση πιέζει όλο και περισσότερα νοικοκυριά.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό ερώτημα:
Ποιος ελέγχει τελικά το σύστημα των κόκκινων δανείων;
Το κράτος δικαίου ή οι μηχανισμοί της αγοράς;
Το τραπεζικό πρόβλημα μεταφέρθηκε στην κοινωνία
Για χρόνια, το πολιτικό σύστημα πανηγύριζε επειδή οι τράπεζες «καθάρισαν» τους ισολογισμούς τους από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
Όμως αυτό που παρουσιάστηκε ως εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, για χιλιάδες πολίτες μετατράπηκε σε εφιάλτη.
Τα δάνεια άλλαξαν χέρια.
Πέρασαν σε funds.
Τη διαχείριση ανέλαβαν servicers.
Οι δανειολήπτες βρέθηκαν απέναντι σε απρόσωπες εταιρείες, συχνά χωρίς καθαρή εικόνα για το ποιος κατέχει την απαίτηση, με ποιους όρους αποκτήθηκε και ποιος αποφασίζει για τη συνέχεια.
Στα χαρτιά, οι τράπεζες βελτιώθηκαν.
Στην πραγματική ζωή, οι πολίτες φορτώθηκαν την ανασφάλεια.
Αυτό είναι το μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα:
το βάρος μεταφέρθηκε από τους τραπεζικούς ισολογισμούς στις πλάτες των νοικοκυριών.
Πλειστηριασμοί χωρίς επαρκή διαφάνεια;
Οι καταγγελίες που τίθενται πλέον ενώπιον των ευρωπαϊκών θεσμών αγγίζουν έναν ιδιαίτερα ευαίσθητο πυρήνα: τους πλειστηριασμούς.
Ποιος αποφασίζει;
Με ποια νομιμοποίηση;
Με ποια ενημέρωση του δανειολήπτη;
Με ποια διαφάνεια στη διαδικασία;
Και κυρίως: ποιος τελικά ωφελείται;
Όταν μια περιουσία οδηγείται σε πλειστηριασμό, δεν πρόκειται απλώς για μια εμπορική πράξη. Πρόκειται για το σπίτι μιας οικογένειας, για την επιχείρηση ενός επαγγελματία, για τον κόπο μιας ζωής.
Γι’ αυτό και το ερώτημα δεν είναι μόνο νομικό. Είναι βαθιά πολιτικό:
Υπάρχει πραγματικός έλεγχος ή λειτουργεί ένα παράλληλο σύστημα πίεσης πάνω στους πολίτες;
Χιλιάδες ακίνητα εκτός αγοράς ενώ η κοινωνία ψάχνει σπίτι
Η πιο εξοργιστική διάσταση της υπόθεσης είναι η σύνδεσή της με τη στεγαστική κρίση.
Η Ελλάδα βιώνει μια εκρηκτική αύξηση στο κόστος κατοικίας. Τα ενοίκια ανεβαίνουν. Τα νέα ζευγάρια αδυνατούν να βρουν σπίτι. Οι οικογένειες πιέζονται. Οι μισθοί δεν επαρκούν. Η πρώτη κατοικία γίνεται όνειρο για λίγους.
Και την ίδια ώρα, χιλιάδες ακίνητα παραμένουν εγκλωβισμένα σε χαρτοφυλάκια, διαδικασίες, εκκρεμότητες και στρατηγικές αναμονής.
Αυτό δεν είναι απλώς στρέβλωση της αγοράς.
Είναι κοινωνική πρόκληση.
Μια χώρα που έχει στεγαστική κρίση δεν μπορεί να επιτρέπει να μένει αδιαφανές τι συμβαίνει με έναν τεράστιο όγκο ακινήτων που συνδέονται με κόκκινα δάνεια, funds και servicers.
Οι servicers δεν είναι υπεράνω ελέγχου
Οι servicers δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν ουδέτεροι διαχειριστές. Διαχειρίζονται απαιτήσεις που αφορούν ανθρώπινες ζωές, περιουσίες, επιχειρήσεις και κατοικίες.
Άρα πρέπει να υπάρχει πλήρης λογοδοσία.
Ποιος έχει το δάνειο;
Σε ποια τιμή μεταβιβάστηκε;
Ποιος έχει δικαίωμα να κινηθεί δικαστικά;
Ποιος αποφασίζει για ρύθμιση ή πλειστηριασμό;
Ποιος ελέγχει τη νομιμότητα της διαδικασίας;
Ποιος προστατεύει τον πολίτη από καταχρηστικές πρακτικές;
Αν αυτά δεν απαντώνται καθαρά, τότε δεν έχουμε κανονική αγορά.
Έχουμε μηχανισμό ισχύος.
Και όταν ο πολίτης δεν ξέρει απέναντι σε ποιον πραγματικά βρίσκεται, τότε η έννοια της διαφάνειας γίνεται κενό γράμμα.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ως θεσμικό καμπανάκι
Η προσφυγή στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν σημαίνει από μόνη της απόδειξη ευθυνών. Αυτό θα το κρίνουν οι αρμόδιες αρχές.
Σημαίνει όμως κάτι πολύ σοβαρό: ότι φορείς της κοινωνίας και της αγοράς θεωρούν πως το ζήτημα έχει ξεπεράσει τα όρια μιας απλής διαφοράς μεταξύ ιδιωτών.
Σημαίνει ότι ζητείται θεσμικός έλεγχος.
Σημαίνει ότι τίθενται ερωτήματα για διαφάνεια.
Σημαίνει ότι το θέμα δεν μπορεί πλέον να κρύβεται πίσω από τεχνικούς όρους και τραπεζική ορολογία.
Γιατί πίσω από κάθε «χαρτοφυλάκιο» υπάρχει ένας άνθρωπος.
Πίσω από κάθε «απαίτηση» υπάρχει μια οικογένεια.
Πίσω από κάθε «πλειστηριασμό» υπάρχει μια κοινωνική πληγή.
Το κράτος τι έκανε;
Το μεγάλο ερώτημα είναι αμείλικτο:
Πού ήταν το κράτος όλα αυτά τα χρόνια;
Πού ήταν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί;
Πού ήταν η πολιτική προστασία των δανειοληπτών;
Πού ήταν η ουσιαστική εποπτεία των servicers;
Πού ήταν οι κανόνες που θα διασφάλιζαν ότι η διαχείριση των κόκκινων δανείων δεν θα μετατραπεί σε πεδίο ανεξέλεγκτης πίεσης;
Δεν αρκεί να λέει η κυβέρνηση ότι η οικονομία πάει καλά.
Δεν αρκεί να πανηγυρίζει για επενδυτικές βαθμίδες, τραπεζικά κέρδη και δημοσιονομικές επιδόσεις.
Όταν χιλιάδες πολίτες αισθάνονται ότι δεν έχουν πραγματική προστασία απέναντι σε funds και servicers, τότε η ανάπτυξη δεν πατάει σε κοινωνικό έδαφος. Πατάει σε κινούμενη άμμο.
Τα κόκκινα δάνεια δεν είναι αριθμοί.
Είναι σπίτια.
Είναι μαγαζιά.
Είναι οικογένειες.
Είναι κόποι ζωής.
Αν οι καταγγελίες αποδειχθούν βάσιμες, τότε δεν θα μιλάμε απλώς για αδιαφανείς τραπεζικές πρακτικές. Θα μιλάμε για ένα σύστημα που επέτρεψε τη μεταφορά τεράστιου κοινωνικού πλούτου από τους πολλούς στους λίγους, με τους πολίτες εγκλωβισμένους και το κράτος θεατή.
Και τότε το ερώτημα δεν θα είναι μόνο τι έκαναν οι τράπεζες, τα funds και οι servicers.
Θα είναι ποιοι τους άφησαν.

