Ο Μεχμέτ Νουρί Ερσόι πανηγυρίζει για την «Κληρονομιά προς το Μέλλον», για χιλιάδες επιστροφές αρχαίων αντικειμένων και για εκατοντάδες ανασκαφές σε όλη την Τουρκία. Η Άγκυρα θέλει να εμφανιστεί ως μεγάλη προστάτιδα της αρχαιολογίας.
Μόνο που πίσω από τις θριαμβολογίες κρύβεται μια παλιά, γνώριμη τακτική: η πολιτική οικειοποίηση μιας πολυστρωματικής κληρονομιάς, η οποία δεν γεννήθηκε από το τουρκικό κράτος, αλλά προϋπήρχε αιώνες πριν από αυτό.
Η αρχαιολογία ως εργαλείο ισχύος
Η τουρκική κυβέρνηση δεν παρουσιάζει απλώς ένα τεχνικό σχέδιο ανασκαφών. Παρουσιάζει ένα πολιτικό αφήγημα. Θέλει να δείξει ότι η σύγχρονη Τουρκία δεν είναι απλώς διαχειριστής μνημείων, αλλά ο φυσικός και αδιαμφισβήτητος κληρονόμος ολόκληρης της ιστορίας της Ανατολίας.
Εκεί ακριβώς αρχίζει η παραχάραξη. Διότι άλλο πράγμα η προστασία όσων βρίσκονται μέσα στα σύνορα ενός σύγχρονου κράτους και άλλο η εθνική ιδιοποίηση πολιτισμών που ανήκουν σε πολύ παλαιότερες ιστορικές, εθνολογικές και πολιτισμικές διαδρομές.
Η Άγκυρα δεν επενδύει μόνο σε ανασκαφές. Επενδύει στη δημιουργία μιας πολιτισμικής υπεραξίας, ώστε να μετατρέπει την αρχαιολογία σε διπλωματικό, ιδεολογικό και τουριστικό κεφάλαιο.
Μνημεία άλλων, αφήγημα δικό της
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσα αντικείμενα επέστρεψαν στην Τουρκία. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποια Ιστορία προσπαθεί να βαφτίσει «δική της». Γιατί τα μεγάλα αρχαιολογικά σύμβολα που προβάλλονται διεθνώς από την Τουρκία δεν είναι προϊόντα του σύγχρονου τουρκικού έθνους-κράτους, ούτε δημιουργήματα της τουρκικής παρουσίας στην περιοχή.
Είναι κατάλοιπα αρχαίων λαών, αυτοκρατοριών, βασιλείων και πολιτισμών που έγραψαν ιστορία στην Ανατολία πολύ πριν εμφανιστεί το τουρκικό στοιχείο στη γεωγραφία αυτή. Και όμως, η Άγκυρα επιχειρεί να τα εντάξει σε μια ενιαία εθνική βιτρίνα, σαν να συγκροτούν αυτονόητα μια αδιάσπαστη «τουρκική» συνέχεια.
Αυτό δεν είναι ιστορική ακρίβεια. Είναι κρατική σκηνοθεσία. Είναι το γνωστό μνημόσυνο με ξένα κόλλυβα, ντυμένο με τον μανδύα της επιστήμης και της πολιτιστικής διαχείρισης.
Η πολιτισμική διπλωματία της Άγκυρας
Η Τουρκία εδώ και χρόνια δεν χρησιμοποιεί τον πολιτισμό μόνο ως πεδίο προβολής, αλλά και ως πεδίο επιρροής. Τα μουσεία, οι αποκαταστάσεις, οι ανασκαφές, οι διεθνείς εκθέσεις και οι επιστροφές αρχαιοτήτων δεν αποτελούν απλώς πράξεις διατήρησης μνήμης. Συνθέτουν ένα ευρύτερο στρατηγικό σχέδιο.
Μέσα από αυτό, η Άγκυρα επιδιώκει να εμφανιστεί ως η μεγάλη δύναμη της περιοχής που «αγκαλιάζει» όλη την πολιτιστική της κληρονομιά, ακόμα κι όταν αυτή η κληρονομιά ανήκει σε κόσμους, παραδόσεις και ταυτότητες που δεν είχαν καμία σχέση με τον σημερινό τουρκικό εθνικό μύθο.
Με αυτόν τον τρόπο, η αρχαιολογία παύει να είναι ουδέτερη επιστημονική πράξη και γίνεται εργαλείο εθνικής νομιμοποίησης. Γίνεται μηχανισμός αφήγησης ισχύος. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η ουσία του προβλήματος.
Η Τουρκία έχει κάθε δικαίωμα να φυλάσσει, να συντηρεί και να αναδεικνύει ό,τι υπάρχει στην επικράτειά της. Δεν έχει όμως το δικαίωμα να μετατρέπει την Ιστορία άλλων λαών σε δικό της εθνικό παράσημο. Γιατί όταν ένα κράτος δεν αρκείται στη διαχείριση της κληρονομιάς, αλλά επιχειρεί να την ιδιοποιηθεί πολιτικά, τότε δεν υπηρετεί την Ιστορία — την στρατεύει. Και η Άγκυρα αυτό ακριβώς κάνει: σκάβει στο χώμα άλλων πολιτισμών για να χτίσει το δικό της αφήγημα ισχύος.

