Η καταγγελία Βιλιάρδου ανοίγει μια μεγάλη πολιτική συζήτηση — Τα 89,5 δισ. ευρώ, όμως, δεν αποτελούν τεκμηριωμένη ενιαία ζημία
Ένα τεράστιο πολιτικό και οικονομικό ζήτημα επαναφέρει ο βουλευτής της Ελληνικής Λύσης και Η΄ Αντιπρόεδρος της Βουλής, Βασίλης Βιλιάρδος: το Δημόσιο διέθεσε δεκάδες δισεκατομμύρια για τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος, αλλά αποχώρησε από τις περισσότερες συμμετοχές του λίγο πριν οι τραπεζικές μετοχές απογειωθούν και τα κέρδη επιστρέψουν σε επίπεδα δισεκατομμυρίων.
Ο ίδιος, σε ανάρτησή του για τις τράπεζες και τη ΔΕΗ, χαρακτηρίζει την υπόθεση «το μεγαλύτερο σκάνδαλο» της κυβέρνησης Μητσοτάκη και υπολογίζει ότι χαρίστηκαν περίπου 89,5 δισ. ευρώ στους νέους μετόχους των τεσσάρων συστημικών τραπεζών.
Η πολιτική ουσία της καταγγελίας είναι βαριά και δεν μπορεί να θαφτεί. Το συγκεκριμένο άθροισμα, όμως, αναμειγνύει διαφορετικά οικονομικά μεγέθη και οδηγεί σε υπερβολικό αποτέλεσμα.
Και εδώ χρειάζεται ακρίβεια. Όχι για να αθωωθεί η πολιτική επιλογή, αλλά για να μην ακυρωθεί η κριτική από μια λανθασμένη αριθμητική.
Πουλήθηκαν συγκεκριμένα ποσοστά — όχι το 100% των τραπεζών
Το ΤΧΣ δεν πούλησε το σύνολο των τεσσάρων τραπεζών έναντι 3,5 δισ. ευρώ. Πριν από την αποεπένδυση κατείχε περίπου 1,4% της Eurobank, 9% της Alpha Bank, 27% της Πειραιώς και 40,39% της Εθνικής.
Από την Εθνική διέθεσε συνολικά 32%, ενώ το υπόλοιπο 8,39% πέρασε στο Υπερταμείο και παραμένει κρατική περιουσία. Οι πωλήσεις απέφεραν συνολικά περίπου 3,5 δισ. ευρώ, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της διαδικασίας αποεπένδυσης. Η σημερινή μετοχική σύνθεση της Εθνικής επιβεβαιώνει ότι το 8,39% εξακολουθεί να ανήκει στο Υπερταμείο.
Με βάση τις κεφαλαιοποιήσεις που παραθέτει ο Βασίλης Βιλιάρδος —συνολικά 53,52 δισ. ευρώ— η σημερινή αξία των ποσοστών που πράγματι πουλήθηκαν δεν είναι 53,52 δισ., αλλά περίπου 9,23 δισ. ευρώ:
- Περίπου 226 εκατ. ευρώ για το 1,4% της Eurobank.
- Περίπου 915 εκατ. ευρώ για το 9% της Alpha Bank.
- Περίπου 3,35 δισ. ευρώ για το 27% της Πειραιώς.
- Περίπου 4,73 δισ. ευρώ για το 32% της Εθνικής.
Η διαφορά από τα περίπου 3,5 δισ. ευρώ των πωλήσεων φτάνει σήμερα κοντά στα 5,7 δισ. ευρώ. Πρόκειται για τεράστια δυνητική υπεραξία που το Δημόσιο δεν καρπώθηκε.
Δεν είναι, όμως, 50 δισ. ευρώ, διότι αυτά προκύπτουν από τη σύγκριση του τιμήματος για μειοψηφικά ποσοστά με τη σημερινή αξία του 100% των τραπεζών.
Ακόμη και τα 5,7 δισ. δεν αποτελούν οριστική λογιστική ζημία. Είναι σύγκριση με τη σημερινή χρηματιστηριακή αξία και πρέπει να συνεκτιμηθούν οι διαφορετικές ημερομηνίες πώλησης, τα μερίσματα, οι επαναγορές μετοχών και το κόστος διακράτησης. Αποτελούν, ωστόσο, ένα καθαρό μέτρο της υπεραξίας που θα είχε σήμερα το Δημόσιο εάν είχε κρατήσει τα συγκεκριμένα πακέτα.
Τα κέρδη, ο αναβαλλόμενος φόρος και ο «Ηρακλής»
Οι τράπεζες εμφάνισαν κέρδη μετά φόρων 4,7 δισ. ευρώ το 2025, από 4,2 δισ. το 2024, σύμφωνα με την Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος. Το πρώτο εξάμηνο του 2026 η υψηλή κερδοφορία συνεχίστηκε.
Αυτό ενισχύει το ερώτημα εάν το Δημόσιο αποεπένδυσε πολύ γρήγορα και πολύ φθηνά.
Δεν μπορεί, όμως, να προστεθεί ολόκληρη η κερδοφορία των τραπεζών στη δημόσια «ζημία». Το Δημόσιο θα δικαιούνταν μόνο το μέρος των διανομών που αντιστοιχούσε στα ποσοστά που πούλησε. Επιπλέον, τα κέρδη που παραμένουν στις τράπεζες ενσωματώνονται σε σημαντικό βαθμό στην αξία των μετοχών. Εάν προστεθούν ξανά ολόκληρα στη σημερινή κεφαλαιοποίηση, υπάρχει διπλός υπολογισμός.
Το ίδιο ισχύει για τον αναβαλλόμενο φόρο. Οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις και οι εγγυημένες φορολογικές πιστώσεις αποτελούν σοβαρή κρατική έκθεση και πραγματικό θεσμικό πρόβλημα. Δεν ισοδυναμούν, όμως, αυτομάτως με ισόποση ταμειακή ζημία.
Η Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρει ότι οι εγγυημένες φορολογικές πιστώσεις αντιστοιχούσαν στο 40,1% των κεφαλαίων CET1 των τραπεζικών ομίλων στο τέλος του 2025, από 47% έναν χρόνο νωρίτερα. Το βάρος παραμένει υψηλό, αλλά μειώνεται σταδιακά.
Αντίστοιχα, οι εγγυήσεις του προγράμματος «Ηρακλής» είναι ενδεχόμενες υποχρεώσεις του Δημοσίου, όχι χρήματα που καταβλήθηκαν εξ ολοκλήρου την ημέρα που εκδόθηκαν. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέγραφε εγγυήσεις 18,7 δισ. ευρώ, από τις οποίες 16,9 δισ. παρέμεναν σε ισχύ στα μέσα του 2023.
Η κρατική έκθεση είναι υπαρκτή και απαιτεί πλήρη διαφάνεια για τις πιθανές καταπτώσεις, αλλά δεν μπορεί να προστίθεται ολόκληρη ως ήδη πραγματοποιημένη ζημία.
Η ΔΕΗ και η απώλεια της πλειοψηφίας
Στη ΔΕΗ, η πολιτική επιλογή του 2021 ήταν σαφής: το Δημόσιο αποδέχθηκε να υποχωρήσει από το 51,12% στο 34,12%, στο πλαίσιο αύξησης κεφαλαίου 1,35 δισ. ευρώ.
Η ΔΕΗ εξέδωσε 150 εκατ. νέες μετοχές προς 9 ευρώ. Το Υπερταμείο συμμετείχε με περίπου 105,7 εκατ. ευρώ, ενώ το ΤΑΙΠΕΔ δεν συμμετείχε, με αποτέλεσμα το δικό του ποσοστό να μειωθεί από 17% σε 10,32%. Τα τελικά ποσοστά δημοσιοποιήθηκαν επίσημα από τη ΔΕΗ.
Ο υπολογισμός ότι αρκούσαν 229,5 εκατ. ευρώ για να διατηρηθεί συνολικά το 51,12% δεν είναι σωστός. Το ποσό αυτό αντιστοιχούσε στο 17% των νέων μετοχών και θα διατηρούσε μόνο το επιμέρους ποσοστό του ΤΑΙΠΕΔ.
Για να παραμείνει ολόκληρη η κρατική συμμετοχή στο 51,12%, απαιτούνταν συνολική τοποθέτηση περίπου 690 εκατ. ευρώ. Επειδή επενδύθηκαν περίπου 105,7 εκατ., η πρόσθετη χρηματοδότηση που θα χρειαζόταν ήταν κοντά στα 584,5 εκατ. ευρώ.
Υπάρχει και μία ακόμη παράμετρος που αλλάζει πλήρως τη σύγκριση με τη σημερινή κεφαλαιοποίηση: τον Μάιο του 2026 η ΔΕΗ πραγματοποίησε νέα αύξηση κεφαλαίου 4,25 δισ. ευρώ, εκδίδοντας 228,1 εκατ. νέες μετοχές προς 18,63 ευρώ.
Το Ελληνικό Δημόσιο συμμετείχε με περίπου 1,3 δισ. ευρώ, με δηλωμένο στόχο να διατηρήσει ποσοστό περίπου 33,4%. Τα οικονομικά στοιχεία προκύπτουν από την επίσημη ανακοίνωση της εταιρείας.
Επομένως, η σημερινή κεφαλαιοποίηση της ΔΕΗ δεν μπορεί να χρησιμοποιείται σαν να προήλθε αποκλειστικά από τις μετοχές και τα κεφάλαια του 2021. Περιλαμβάνει μια δεύτερη, πολύ μεγάλη εισροή νέων κεφαλαίων και διαφορετικό αριθμό μετοχών.
Η πολιτική απώλεια της κρατικής πλειοψηφίας παραμένει γεγονός. Ο ισχυρισμός, όμως, ότι το Δημόσιο «δώρισε» ακριβώς 2 δισ. ευρώ επειδή δεν κατέβαλε 229,5 εκατ. δεν αποδεικνύεται από αυτά τα δεδομένα.
Το πραγματικό σκάνδαλο δεν χρειάζεται αριθμητικές υπερβολές
Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αμείλικτο: γιατί το Δημόσιο, αφού ανέλαβε το μεγαλύτερο μέρος του κινδύνου για να σωθούν οι τράπεζες, επέλεξε να περιορίσει δραστικά τη συμμετοχή του πριν αποτυπωθεί πλήρως η ανάκαμψη στις αποτιμήσεις και στα μερίσματα;
Γιατί η αποεπένδυση δεν συνοδεύτηκε από ένα ισχυρό και μετρήσιμο κοινωνικό αντάλλαγμα για τους δανειολήπτες; Γιατί δεν διαμορφώθηκε μηχανισμός που θα επέτρεπε στους πολίτες να εξαγοράζουν τα δάνειά τους με όρους κοντά σε εκείνους που απολάμβαναν τα funds;
Και γιατί, μετά από τόση δημόσια στήριξη, η τραπεζική αγορά εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από υψηλή συγκέντρωση, προμήθειες και μεγάλη απόσταση ανάμεσα στα επιτόκια καταθέσεων και χορηγήσεων;
Αυτά είναι τα πολιτικά ερωτήματα που οφείλει να απαντήσει η κυβέρνηση. Με ενιαίο δημόσιο απολογισμό για τις ανακεφαλαιοποιήσεις, τις εισπράξεις του ΤΧΣ, τα μερίσματα, τον αναβαλλόμενο φόρο, τις εγγυήσεις του «Ηρακλή», τις σημερινές κρατικές συμμετοχές και τις υπεραξίες που χάθηκαν.
Το Δημόσιο ανέλαβε τις ζημιές και τον κίνδυνο. Οι ιδιώτες παρέλαβαν ένα εξυγιασμένο και κερδοφόρο σύστημα.
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό σκάνδαλο. Και είναι αρκετά μεγάλο ώστε να μη χρειάζεται ούτε φουσκωμένους αριθμούς ούτε εύκολα συνθήματα.

