Οι πολιτιστικοί σύλλογοι δεν είναι επιτροπές πανηγυριών – Η Ρούμελη χρειάζεται μνήμη, δημιουργία, ανεξαρτησία και νέους που δεν θα είναι απλοί θεατές
Τα χωριά μας αδειάζουν.
Τα σχολεία κλείνουν ή συρρικνώνονται. Οι νέοι φεύγουν. Τα καφενεία λιγοστεύουν. Οι πλατείες ζωντανεύουν για λίγες ημέρες τον Αύγουστο και ύστερα επιστρέφουν στη σιωπή.
Παραδοσιακά επαγγέλματα χάνονται, η αγροτική παραγωγή υποχωρεί, δημόσιες υπηρεσίες απομακρύνονται και μαζί τους αποδυναμώνεται η ίδια η κοινωνική ζωή της υπαίθρου.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα πρέπει επιτέλους να πούμε ορισμένες δύσκολες αλήθειες για τον ρόλο των πολιτιστικών συλλόγων.
Γιατί όταν ένα χωριό αγωνίζεται για την επιβίωσή του, δεν αρκεί ο πολιτιστικός του σύλλογος να οργανώνει ένα πανηγύρι τον Αύγουστο.
Αν ο ρόλος του εξαντλείται εκεί, τότε δεν υπηρετεί πραγματικά τον πολιτισμό. Διαχειρίζεται απλώς μια εκδήλωση.
Και αυτά τα δύο δεν είναι το ίδιο.
Πολιτισμός είναι αυτό που μένει όταν τελειώσει το πανηγύρι
Το πανηγύρι αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της παράδοσής μας. Είναι συνάντηση, μουσική, χορός, επιστροφή των ξενιτεμένων και ανθρώπινη επικοινωνία.
Πρέπει να υπάρχει. Δεν πρέπει, όμως, να συγχέουμε τη γιορτή με το σύνολο του πολιτισμού.
Πολιτισμός δεν είναι μόνο τα τραπέζια, τα σουβλάκια, η ορχήστρα και τα μεγάφωνα. Πολιτισμός είναι ό,τι μένει την επόμενη ημέρα.
Είναι το παλιό μονοπάτι που καθαρίστηκε και χαρτογραφήθηκε, ώστε να μπορέσουν να το περπατήσουν τα παιδιά μας.
Είναι η πέτρινη βρύση που σώθηκε προτού καταρρεύσει.
Είναι το παλιό σχολείο που δεν εγκαταλείφθηκε στη φθορά, αλλά μετατράπηκε σε χώρο μνήμης, δημιουργίας και συνάντησης.
Είναι οι φωτογραφίες των παππούδων μας που συγκεντρώθηκαν και ψηφιοποιήθηκαν. Οι μαρτυρίες των ηλικιωμένων που καταγράφηκαν προτού χαθούν για πάντα. Η ιστορία του χωριού, τα επαγγέλματα, οι καλλιέργειες, τα τραγούδια, τα τοπωνύμια, οι παραδόσεις και οι κοινωνικοί του αγώνες.
Πολιτισμός είναι το τοπικό προϊόν που απέκτησε ταυτότητα και αξία. Είναι το παιδί που έμαθε την ιστορία του τόπου του και αισθάνθηκε ότι αυτός ο τόπος το αφορά.
Όταν η παράδοση μετατρέπεται σε ευκαιριακό θέαμα
Χρειάζεται να ειπωθεί και μία ακόμη δύσκολη αλήθεια.
Οι αποσπασματικές εκδηλώσεις, οι οποίες αντιμετωπίζουν τους κατοίκους –και κυρίως τους νέους– ως θεατές και καταναλωτές ενός έτοιμου θεάματος, έχουν εξαντλήσει σε μεγάλο βαθμό τη δυναμική τους.
Αυτό πρέπει να το αναγνωρίσουμε χωρίς να αδικούμε τις φιλότιμες προσπάθειες ανθρώπων που εξακολουθούν να προσφέρουν εθελοντικά χρόνο, εργασία και χρήματα.
Το πρόβλημα δεν είναι οι άνθρωποι. Είναι ένα μοντέλο που ολοκλήρωσε τον κύκλο του.
Ακόμη σοβαρότερο είναι ότι στο όνομα της «παράδοσης» προβάλλεται συχνά ένα μουσικό και ψυχαγωγικό προϊόν που ελάχιστη σχέση έχει με την αυθεντική λαϊκή κληρονομιά.
Τα εφήμερα καλοκαιρινά γλέντια δεν μπορούν από μόνα τους να αποτελούν πολιτιστική πρόταση. Και όταν η μουσική υποβαθμίζεται σε υπερενισχυμένο θόρυβο, εύκολη διασκέδαση και ένα σκηνικό κραυγών, δεν καλλιεργεί μουσική παιδεία ούτε μεταφέρει τη μνήμη του τόπου στη νέα γενιά.
Η παράδοση δεν διασώζεται επειδή βαφτίζουμε «παραδοσιακό» οτιδήποτε παίζεται σε μια πλατεία τον Αύγουστο.
Η Ρούμελη έχει τη δική της μουσική ταυτότητα
Η Ρούμελη είχε και εξακολουθεί να έχει τη δική της πολιτιστική και μουσική ταυτότητα.
Είχε το λεβέντικο ρουμελιώτικο χορό, το κλαρίνο, το δημοτικό τραγούδι και το χοροστάσι, όπου ο χορός δεν ήταν επίδειξη αλλά συλλογική έκφραση.
Κάθε τραγούδι κουβαλούσε μνήμη. Κάθε χορός είχε μέτρο, ύφος και κοινωνική λειτουργία.
Αυτή η παράδοση δεν είναι ντεκόρ μιας εμπορικής βραδιάς. Είναι πολιτιστική κληρονομιά που απαιτεί γνώση, σεβασμό και συνέχεια.
Οι σύλλογοι δεν μπορούν να μετατρέπονται σε μεσάζοντες ανάμεσα στην πλατεία, την εξέδρα και το ταμείο. Ούτε η συλλογική δράση να χρησιμοποιείται ως όχημα ευκαιριακής κερδοσκοπίας από όσους αντιμετωπίζουν τα καλοκαιρινά πανηγύρια αποκλειστικά ως αγορά.
Όταν συμβαίνει αυτό, το παλιό χοροστάσι της κοινότητας κινδυνεύει να μετατραπεί σε χοροστάσι κατανάλωσης και πρόσκαιρου κέρδους.
Κανείς δεν ζητά να σταματήσουν τα πανηγύρια ή να κλειστεί η παράδοση σε ένα μουσείο. Το αντίθετο.
Χρειάζεται να ξαναδώσουμε στο πανηγύρι την πολιτιστική του υπόσταση: με ποιοτική δημοτική μουσική, πραγματικούς γνώστες της παράδοσης, τοπικούς μουσικούς και χορευτές, εργαστήρια μουσικής και χορού για παιδιά, καταγραφή των παλιών τραγουδιών και ενεργό συμμετοχή της νέας γενιάς.
Το μεγάλο στοίχημα δεν είναι πόσα τραπέζια γέμισε μια εκδήλωση ή πόσες εισπράξεις έκανε ένα βράδυ.
Είναι πόσα παιδιά έμαθαν έναν ρουμελιώτικο χορό. Πόσα γνώρισαν ένα αυθεντικό δημοτικό τραγούδι. Πόσα άκουσαν την ιστορία του τόπου τους και αισθάνθηκαν ότι αυτή η κληρονομιά δεν ανήκει μόνο στους παππούδες τους, αλλά και στα ίδια.
Οι σύλλογοι πρέπει να ξαναγίνουν κύτταρα της κοινωνίας
Χρειαζόμαστε ξανά ζωντανούς συλλόγους.
Όχι συλλόγους-σφραγίδες. Όχι διοικήσεις που εμφανίζονται λίγο πριν από τις καλοκαιρινές εκδηλώσεις και εξαφανίζονται μετά τον Δεκαπενταύγουστο.
Κυρίως, δεν χρειαζόμαστε συλλόγους εξαρτημένους από τον εκάστοτε δήμαρχο, αντιδήμαρχο, βουλευτή ή κομματικό μηχανισμό για μια επιχορήγηση, μια εξέδρα, μερικές καρέκλες και μια φωτογραφία των επισήμων στην πρώτη σειρά.
Ο πολιτισμός που εξαρτάται πολιτικά παύει σταδιακά να είναι ελεύθερος πολιτισμός.
Η οικονομική συνεργασία με τους θεσμούς είναι αναγκαία. Η πολιτική υποταγή δεν είναι.
Ο πραγματικός πολιτιστικός σύλλογος πρέπει να μπορεί σήμερα να συνεργάζεται με τον Δήμο και αύριο, εάν χρειαστεί, να σταθεί απέναντί του και να διεκδικήσει.
Να απαιτήσει να σωθεί ένα ιστορικό κτήριο. Να υπερασπιστεί έναν δημόσιο χώρο. Να ζητήσει καθαρό περιβάλλον. Να αντιδράσει στην εγκατάλειψη του χωριού. Να διεκδικήσει υποδομές, πολιτισμό, αθλητισμό και ποιότητα ζωής.
Αυτό σημαίνει αδέσμευτο πολιτιστικό κίνημα.
Από τον σύλλογο των εκδηλώσεων στον σύλλογο της δημιουργίας
Ο πολιτιστικός σύλλογος του 21ου αιώνα δεν μπορεί να λειτουργεί με τις αντιλήψεις περασμένων δεκαετιών.
Μπορεί να γίνει ένα μικρό εργαστήριο τοπικής ανάπτυξης και κοινωνικής δημιουργίας.
Να οργανώσει ψηφιακό ιστορικό αρχείο. Να καταγράψει τα παλιά επαγγέλματα και τις προφορικές μαρτυρίες. Να δημιουργήσει λαογραφική συλλογή. Να προστατεύσει μνημεία και τοπόσημα.
Να αναδείξει μονοπάτια, λίμνες, δάση, ποτάμια και φυσικές διαδρομές. Να συνδέσει τον πολιτισμό με την τοπική παραγωγή και τη γαστρονομία.
Να οργανώσει θεατρικές, μουσικές, εικαστικές και εκπαιδευτικές ομάδες. Να ανοίξει χώρο στα παιδιά και στους νέους.
Να συνεργαστεί με σχολεία, επιστήμονες, πανεπιστήμια, συλλόγους αποδήμων και παραγωγικούς φορείς.
Να αξιοποιήσει την τεχνολογία χωρίς να χάσει τη μνήμη. Να μετατρέψει, τελικά, τον κάτοικο από θεατή σε ενεργό πολίτη.
Οι νέοι δεν επιστρέφουν με προσκλήσεις
Για χρόνια επαναλαμβάνουμε ότι «οι νέοι δεν συμμετέχουν».
Μήπως, όμως, πρέπει να αναρωτηθούμε σε τι ακριβώς τους καλούμε να συμμετάσχουν;
Σε μια κοινωνία όπου όλα είναι ήδη αποφασισμένα; Σε διοικητικά συμβούλια που ανακυκλώνουν τα ίδια πρόσωπα; Στη μεταφορά τραπεζιών πριν από το πανηγύρι;
Οι νέοι θα συμμετάσχουν όταν τους δώσουμε πραγματικό χώρο να δημιουργήσουν. Όταν ένας νέος άνθρωπος μπορεί να προτείνει μια ιδέα και να τη δει να γίνεται πράξη.
Όταν μπορεί να δημιουργήσει ένα ψηφιακό αρχείο, μια περιβαλλοντική ομάδα, ένα φεστιβάλ, μια θεατρική ομάδα, μια πολιτιστική διαδρομή ή μια κοινωνική πρωτοβουλία.
Δεν χρειαζόμαστε τη νεολαία για να συνεχίσει μηχανικά όσα κάναμε εμείς. Τη χρειαζόμαστε για να δημιουργήσει όσα εμείς δεν μπορέσαμε να φανταστούμε.
Τα χωριά δεν χρειάζονται άλλους θεατές
Η ελληνική ύπαιθρος βρίσκεται μπροστά σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι.
Το δημογραφικό, η εγκατάλειψη της αγροτικής παραγωγής, η συγκέντρωση των υπηρεσιών στα μεγάλα αστικά κέντρα και η αποδυνάμωση των μικρών κοινωνιών δημιουργούν έναν πραγματικό κίνδυνο: χωριά με σπίτια, αλλά χωρίς κοινωνία.
Εδώ ο πολιτισμός αποκτά βαθιά κοινωνική και πολιτική σημασία. Όχι ως κομματική δραστηριότητα, αλλά ως δικαίωμα μιας κοινωνίας να υπερασπίζεται τη μνήμη, τον χώρο και το μέλλον της.
Χρειαζόμαστε ένα νέο, ενεργητικό και αδέσμευτο πολιτιστικό κίνημα.
Ένα δίκτυο συλλόγων που δεν θα ανταγωνίζονται για το ποιος διοργάνωσε το μεγαλύτερο πανηγύρι, αλλά θα συνεργάζονται για το ποιος άνοιξε περισσότερους δρόμους δημιουργίας.
Σύλλογοι που θα ανταλλάσσουν ιδέες, τεχνογνωσία και δράσεις. Που θα καταθέτουν προτάσεις και θα διεκδικούν πόρους χωρίς να μετατρέπονται σε πελατειακά παραρτήματα οποιασδήποτε εξουσίας.
Που θα επαναφέρουν στο προσκήνιο την εθελοντική συμμετοχή, την αλληλεγγύη, τη συλλογικότητα και την κοινωνική προσφορά.
Να ξαναδώσουμε νόημα στη λέξη «σύλλογος»
Σύλλογος σημαίνει συλλογικότητα απέναντι στις ατομικές λύσεις.
Σημαίνει συμμετοχή. Σημαίνει μνήμη, αλλά και δημιουργία. Σημαίνει ότι κάποιοι άνθρωποι αποφασίζουν πως δεν θα περιμένουν παθητικά να δουν τον τόπο τους να μαραζώνει.
Και ίσως αυτή να είναι σήμερα η σημαντικότερη πολιτιστική πράξη: να αρνηθούμε να θεωρήσουμε την παρακμή φυσιολογική.
Να μη συνηθίσουμε τα κλειστά σχολεία.
Να μη συνηθίσουμε τα εγκαταλελειμμένα σπίτια.
Να μη συνηθίσουμε τις άδειες πλατείες.
Να μη δεχτούμε ότι η ζωή ενός χωριού θα περιορίζεται σε δεκαπέντε ημέρες κάθε Αύγουστο.
Το ζητούμενο δεν είναι να γεμίζει η πλατεία για μία νύχτα.
Το ζητούμενο είναι να υπάρχει χωριό, για να μπορεί να γεμίσει η πλατεία και αύριο.
Τώρα που τα χωριά αργοσβήνουν, είναι η ώρα να ξαναμιλήσουμε για τον πολιτισμό.
Όχι ως διασκέδαση. Όχι ως δημόσιες σχέσεις. Όχι ως φωτογραφία με τους επισήμους.
Αλλά ως μνήμη, δημιουργία, αντίσταση στην εγκατάλειψη και σχέδιο για το μέλλον.
Γιατί ο πολιτισμός δεν είναι το χειροκρότημα μιας βραδιάς.
Είναι αυτό που θα παραδώσουμε στους ανθρώπους που θα ζήσουν εδώ, όταν εμείς θα έχουμε φύγει.

