Την ώρα που ισχυρά κράτη απορρίπτουν ή αποφεύγουν κάθε δέσμευση για στρατιωτική εμπλοκή στην περιοχή των Στενών του Ορμούζ, στην Ελλάδα περισσεύουν ξανά οι πρόθυμες δηλώσεις, οι μεγάλες κουβέντες και η γνώριμη διάθεση να εμφανιστούμε ως «χρήσιμοι» πριν καν απαντηθεί το βασικό ερώτημα: ποιο ακριβώς είναι το εθνικό συμφέρον;
Η τοποθέτηση του υφυπουργού Ναυτιλίας Στέφανου Γκίκα, ότι η Ελλάδα «έχει κάθε λόγο» να συμμετέχει σε μια τέτοια επιχείρηση εφόσον μειωθεί το ρίσκο, δεν είναι μια ουδέτερη φράση. Είναι το σύμπτωμα μιας βαθύτερης πολιτικής νοοτροπίας: της διαχρονικής ετοιμότητας μέρους του συστήματος να προσφέρει τη χώρα ως πρόθυμο γεωπολιτικό βοηθητικό εξάρτημα, αρκεί να κερδίζει εύσημα από τους ισχυρούς.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι “αν μπορούμε” αλλά “γιατί να μπούμε”
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα γίνεται σχεδόν πάντα ανάποδα.
Δεν ξεκινά από το ερώτημα αν η χώρα έχει λόγο να εμπλακεί. Ξεκινά από το πώς θα φανεί συνεπής, αξιόπιστη, διαθέσιμη και πρόθυμη απέναντι σε τρίτους.
Όμως τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι θεωρητικός χάρτης σε υπουργικό γραφείο. Είναι μια από τις πιο εύφλεκτες θαλάσσιες ζώνες του πλανήτη. Εκεί, μια «συμμετοχή υπό όρους» μπορεί μέσα σε λίγες ώρες να μετατραπεί σε πραγματική εμπλοκή, σε θερμό επεισόδιο, σε εθνικό κίνδυνο με ανυπολόγιστες συνέπειες.
Η Ελλάδα δεν είναι υποχρεωμένη να αποδεικνύει κάθε φορά ότι είναι διαθέσιμη για επιχειρήσεις υψηλού ρίσκου.
Είναι υποχρεωμένη να αποδεικνύει ότι σκέφτεται με όρους εθνικού συμφέροντος, σταθερότητας και αυτοσυγκράτησης.
Η δήλωση Γκίκα και η νοοτροπία του “πρόθυμου συμμάχου”
Η φράση ότι η Ελλάδα, ως «η μεγαλύτερη ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο», έχει λόγο να συμμετάσχει σε μια επιχείρηση στην περιοχή, ακούγεται επιφανειακά θεσμική.
Στην πραγματικότητα όμως κουβαλά ολόκληρη την παλιά αρρώστια του ελληνικού πολιτικού προσωπικού: τη βιασύνη να πει “παρών” πριν καν σταθμιστεί σοβαρά το κόστος.
Αυτή η νοοτροπία δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο.
Αφορά έναν ολόκληρο μηχανισμό ανθρώπων που έμαθαν να είναι πάντα αρεστοί προς τα πάνω και πάντοτε προσεκτικοί ώστε να μη δυσαρεστήσουν ούτε πολιτικούς προϊσταμένους ούτε στρατιωτικές ιεραρχίες.
Είναι η ίδια λογική που γεννά στελέχη έτοιμα να μιλούν με ευκολία για αποστολές, για “εθνική παρουσία”, για “διεθνή ρόλο”, αλλά πολύ λιγότερο πρόθυμα να μιλήσουν για το ποιος πληρώνει το κόστος, ποιος φέρει την ευθύνη και ποιος αναλαμβάνει τις συνέπειες αν τα πράγματα στραβώσουν.
Γιατί οι εύκολες δηλώσεις είναι πάντα ανέξοδες όταν γίνονται από υπουργικά έδρανα.
Το τίμημα όμως το πληρώνει πάντα η χώρα.
Από τη στολή στην πολιτική καριέρα – όταν η σιωπή γίνεται επένδυση
Υπάρχει και κάτι ακόμη βαθύτερο, πιο ενοχλητικό και πιο ουσιαστικό.
Για δεκαετίες, ένα τμήμα της ανώτερης στρατιωτικής ιεραρχίας λειτούργησε όχι με γνώμονα μόνο την αποστολή του, αλλά και με το βλέμμα στραμμένο στην επόμενη ημέρα: στην αποστρατεία, στην κομματική στέγη, στην πολιτική αξιοποίηση, στη δημόσια αποκατάσταση.
Και κάπως έτσι, αντί να κοινωνούν εγκαίρως αιτήματα, προβλήματα και ανάγκες των πληρωμάτων ή των στελεχών, πολλοί προτιμούσαν τη σιωπή.
Όχι από αδυναμία. Από επιλογή.
Για να μη χαλάσει το προφίλ. Για να μη δυσαρεστηθούν οι άνωθεν. Για να μείνει ανοιχτός ο δρόμος προς τη μελλοντική πολιτική καριέρα.
Ακριβώς γι’ αυτό τέτοιες δηλώσεις δεν κρίνονται μόνο πολιτικά. Κρίνονται και ηθικά.
Διότι όταν κάποιος μιλά σήμερα για συμμετοχή της Ελλάδας σε μια επικίνδυνη επιχείρηση, οφείλει να πείθει ότι το κάνει από καθαρή εθνική συνείδηση και όχι από το γνωστό αντανακλαστικό του “χρήσιμου”, του “βολικού”, του “πάντα διαθέσιμου”.
Η στολή δεν είναι διαβατήριο πολιτικής ανέλιξης.
Και η εθνική ευθύνη δεν είναι βήμα για καριέρα.
Ας το πούμε καθαρά:
η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλους πρόθυμους “Νέαρχους” των τηλεοπτικών παραθύρων και των υπουργικών γραφείων. Δεν χρειάζεται ανθρώπους που μιλούν εύκολα για αποστολές στα Στενά του Ορμούζ επειδή οι ίδιοι δεν θα βρεθούν ποτέ στην πρώτη γραμμή του κινδύνου. Χρειάζεται ηγεσία που να ξέρει πότε να λέει όχι, πότε να προστατεύει τη χώρα και πότε να θυμάται ότι το εθνικό συμφέρον δεν ταυτίζεται με τη μόνιμη υποχρέωση να παριστάνουμε τον πρόθυμο υπηρέτη ξένων σχεδιασμών.
Γιατί, πράγματι, σε κάποιους η στολή έπεφτε πολλή.
Και ακόμη πιο βαριά τους πέφτει η ευθύνη του λόγου τους.

