Ο ηγέτης που ανέβηκε στην εξουσία πατώντας πάνω στην οργή των δανειοληπτών, κατέληξε να αναπαράγει τις ίδιες στρεβλώσεις που υποσχέθηκε ότι θα συντρίψει. Και η πτώση του αποδεικνύει κάτι πολύ απλό: κανένα καθεστώς δεν σώζεται επ’ άπειρον με τεχνητή ευημερία, κρατικό πατερναλισμό και πολιτική αλαζονεία.
Η άνοδος πάνω στα ερείπια της νομισματικής απάτης
Η περίοδος ακμής του Βίκτορ Όρμπαν δεν γεννήθηκε στο κενό. Χτίστηκε πάνω στα συντρίμμια μιας οικονομίας που είχε παραμορφωθεί από την κερδοσκοπία, την εξάρτηση και τις βίαιες ανατροπές της αγοράς. Όταν σταμάτησε το ξένο carry trade, το ουγγρικό φιορίνι έχασε απότομα το τεχνητό του στήριγμα και η κατάρρευση της ισοτιμίας του αποκάλυψε όλη τη σαπίλα που κρυβόταν από κάτω.
Τότε φάνηκε η πραγματική τραγωδία: χιλιάδες ιδιοκτήτες κατοικιών είχαν δανειστεί σε ξένα νομίσματα, παρασυρμένοι από τα χαμηλά επιτόκια, την ώρα που το εγχώριο τραπεζικό κόστος ήταν απαγορευτικό. Όταν όμως το νόμισμα γύρισε μπούμερανγκ, τα δάνειά τους μετατράπηκαν σε θηλιά. Και εκεί ακριβώς πάτησε ο Όρμπαν. Υποσχέθηκε ότι θα αποκαταστήσει την αδικία, ότι θα ανακουφίσει τους πολίτες, ότι θα βάλει τέλος στην εποχή όπου οι αγορές και οι ξένοι μηχανισμοί τσάκιζαν τα νοικοκυριά.
Και το έκανε. Τουλάχιστον τότε. Κράτησε την κεντρική του υπόσχεση, κάλυψε σημαντικό μέρος των απωλειών και ταυτόχρονα οικοδόμησε το πολιτικό του αφήγημα ως ο ηγέτης που δεν γονάτισε ούτε στις τράπεζες ούτε στο ΔΝΤ. Η εκδίωξη του Ταμείου από την Ουγγαρία δεν ήταν απλώς οικονομική κίνηση. Ήταν συμβολική πράξη εξουσίας. Ήταν το μεγάλο πολιτικό του όπλο.
Η Ελλάδα των μνημονίων και η ντροπή των σημερινών πανηγυρισμών
Την ίδια ώρα, η Ελλάδα ακολουθούσε τον ακριβώς αντίθετο δρόμο: όχι της σύγκρουσης, αλλά της παράδοσης. Όχι της ανακούφισης της κοινωνίας, αλλά της λεηλασίας της στο όνομα μιας υποτιθέμενης σωτηρίας. Η χώρα κατέληξε να γράψει μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης ιστορίας της, υπογράφοντας τρία διαδοχικά μνημόνια και μετατρέποντας την οικονομική κρίση σε καθεστώς μόνιμης εθνικής ταπείνωσης.
Αυτό δεν ήταν «διάσωση». Ήταν κοινωνική αποψίλωση, παραγωγική καταστροφή, μαζική φτωχοποίηση και θεσμική παραίτηση. Ήταν η νομιμοποίηση μιας συνταγής που διέλυσε μισθούς, απομείωσε περιουσίες, εξόντωσε τη μεσαία τάξη και έστειλε μια ολόκληρη γενιά στη μετανάστευση ή στην απόγνωση.
Και όμως, το πιο προκλητικό δεν είναι μόνο όσα έγιναν. Είναι ότι ακόμη και σήμερα υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις, όπως η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, που εξακολουθούν να μιλούν για εκείνη την εποχή περίπου ως εθνικό επίτευγμα. Θριαμβολογούν για τα μνημόνια λες και δεν ισοπέδωσαν τη χώρα. Σαν να μην υπήρξαν οι χαμένες δεκαετίες. Σαν να μην υπήρξε η διάλυση της κοινωνικής πλειοψηφίας. Πρόκειται για πολιτικό κυνισμό χωρίς όριο και για ιστορική αναίδεια χωρίς ίχνος αυτογνωσίας.
Η ύβρις του Όρμπαν και η αναπόφευκτη επιστροφή της πραγματικότητας
Δεκαέξι χρόνια αργότερα, η ειρωνεία της Ιστορίας είναι αμείλικτη. Ο πολιτικός που αναδείχθηκε επειδή κατάλαβε πρώτος τι σημαίνει νομισματική στρέβλωση, τι σημαίνει κοινωνική ασφυξία και τι σημαίνει πολιτική εκμετάλλευση της οργής, κατέληξε να παγιδευτεί ο ίδιος σε μια νέα εκδοχή του ίδιου προβλήματος.
Ο Όρμπαν γνώριζε καλύτερα από τον καθένα πόσο εύθραυστη είναι μια οικονομία όταν αποσυνδέεται από τα πραγματικά της θεμέλια. Όφειλε λοιπόν να έχει αποφύγει τον πειρασμό των τεχνητών ισορροπιών. Δεν το έκανε. Επέλεξε να πιστέψει ότι η εξουσία μπορεί να συντηρείται επ’ αόριστον με αυξήσεις μισθών πολύ πάνω από την παραγωγικότητα, με διογκωμένες προσδοκίες και με ένα μοντέλο που αγόραζε πολιτικό χρόνο χωρίς να χτίζει πραγματική ανθεκτικότητα.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η βαθύτερη πολιτική του αποτυχία. Δεν ηττήθηκε επειδή πολεμήθηκε. Ηττήθηκε επειδή έπεσε θύμα της ίδιας του της αλαζονείας. Επειδή πίστεψε ότι ο ηγέτης που κάποτε διόρθωσε μια στρέβλωση, μπορούσε αργότερα να επιβάλει μια άλλη χωρίς συνέπειες. Επειδή θεώρησε ότι η κοινωνία θα ανεχθεί για πάντα το ψέμα, αρκεί να παίρνει για λίγο μια τεχνητή ανάσα.
Ο Όρμπαν ανέβηκε στην εξουσία ως τιμωρός ενός συστήματος που συνέθλιβε τους πολλούς για να σωθούν οι λίγοι. Στο τέλος, όμως, έμαθε αυτό που κάθε καθεστώς αργά ή γρήγορα πληρώνει: όταν αντικαθιστάς την αλήθεια της παραγωγής με τη φούσκα της πολιτικής διαχείρισης, δεν κυβερνάς — απλώς αναβάλλεις την πτώση σου. Και όταν έρθει η ώρα του λογαριασμού, δεν σε καταδικάζει η αντιπολίτευση. Σε καταδικάζει η ίδια η πραγματικότητα.

