Υπάρχει μια λεπτή αλλά απολύτως διακριτή γραμμή ανάμεσα στη δημοσιονομική σύνεση και στη στρατηγική ανικανότητα. Και η Ελλάδα, δυστυχώς, την έχει ξεπεράσει.
Ο ορισμός της ανικανότητας στη μακροοικονομική διαχείριση είναι να επιλέγεις την πρόωρη αποπληρωμή 20,1 δισ. ευρώ χαμηλότοκων και μακροπρόθεσμων δανείων των κρατών της Ε.Ε. (με λήξεις από το 2033 έως το 2041), αντί να κατευθύνεις αυτά τα κεφάλαια σε παραγωγικές επενδύσεις. Επενδύσεις που θα απέδιδαν στην πραγματική οικονομία σαφώς περισσότερο από το κόστος δανεισμού του 2,5%, αυξάνοντας το ΑΕΠ, τα δημόσια έσοδα, τους μισθούς και την απασχόληση.
Σε μια χώρα με τεράστιο επενδυτικό κενό, χαμηλή παραγωγικότητα και στρεβλό οικονομικό μοντέλο, η επιλογή αυτή δεν είναι «ασφαλής». Είναι βαθιά αντι-αναπτυξιακή.
Η χαμένη ευκαιρία της ανάπτυξης
Η Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη ρευστότητας, αλλά από έλλειψη στρατηγικής αξιοποίησής της. Το πρόβλημα δεν είναι το χρέος καθαυτό, αλλά το πώς διαχειρίζεσαι τον χρόνο, το κόστος και τις ευκαιρίες που σου δίνει. Όταν δανείζεσαι μακροπρόθεσμα με χαμηλό επιτόκιο, το οικονομικά ορθολογικό δεν είναι να «ξεμπερδεύεις» πρόωρα, αλλά να επενδύεις εκεί όπου ο πολλαπλασιαστής είναι θετικός και υψηλότερος από το κόστος χρήματος.
Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο όταν η χώρα χρειάζεται επειγόντως αλλαγή παραγωγικού υποδείγματος:
από την κατανάλωση με δανεικά,
από τη μονοκαλλιέργεια του φθηνού τουρισμού,
προς την παραγωγή, τη μεταποίηση, την καινοτομία και την εξωστρέφεια.
Η πρόωρη αποπληρωμή χρέους μπορεί να έχει νόημα μόνο αν μειώνει ουσιαστικά τον χρηματοδοτικό κίνδυνο ή αν δεν υπάρχει ώριμο επενδυτικό απόθεμα. Όταν όμως υπάρχει ανάγκη, πεδίο και χρηματοδοτική δυνατότητα για επενδύσεις, τότε η επιλογή αυτή λειτουργεί ως τροχοπέδη ανάπτυξης.
Οι επενδύσεις δεν «αστόχησαν» — κατέρρευσαν
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι η απόσταση λόγων και πράξεων. Ο προϋπολογισμός προέβλεπε αύξηση επενδύσεων κατά 15,1%. Το τελικό αποτέλεσμα για το 2024 ήταν μόλις 4,5%.
Αυτό δεν είναι «απόκλιση».
Δεν είναι «αστοχία».
Δεν είναι «συγκυριακό πρόβλημα».
Είναι αποτυχία σχεδιασμού και ανικανότητα υλοποίησης.
Όταν μια κυβέρνηση δεν μπορεί να μετατρέψει τις προβλέψεις της σε πραγματικές επενδύσεις, δεν έχει απλώς πρόβλημα εκτέλεσης. Έχει πρόβλημα κατανόησης του τι σημαίνει ανάπτυξη. Και το κόστος αυτής της αποτυχίας είναι πολλαπλάσιο από οποιοδήποτε επιτόκιο χρέους.
Το πραγματικό τίμημα
Η επιλογή της πρόωρης αποπληρωμής αντί της επένδυσης δεν μειώνει απλώς τις μελλοντικές δυνατότητες της οικονομίας. Τις ακυρώνει. Καθηλώνει το ΑΕΠ, διατηρεί χαμηλούς μισθούς, ενισχύει τη φορολογική εξάντληση της μεσαίας τάξης και παγιώνει ένα μοντέλο ανάπτυξης χωρίς βάθος και αντοχές.
Το ζήτημα δεν είναι ιδεολογικό. Είναι αριθμητικό. Όταν η απόδοση των παραγωγικών επενδύσεων υπερβαίνει το κόστος δανεισμού, η πρόωρη αποπληρωμή δεν είναι υπευθυνότητα. Είναι καθαρή απώλεια εθνικής ευημερίας.
Και σε αυτή την περίπτωση, δεν πληρώνουμε λιγότερο χρέος. Πληρώνουμε χαμένες δεκαετίες.

