Την αύξηση του ακατάσχετου ορίου των τραπεζικών λογαριασμών από τα 1.250 στα 1.600 ευρώ ανακοίνωσε από το βήμα της Βουλής ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, παρουσιάζοντας το μέτρο ως «πράξη δικαιοσύνης και εμπιστοσύνης προς την κοινωνία». Η αύξηση αντιστοιχεί σε 28%, με τον υπουργό να σημειώνει ότι υπερβαίνει τον σωρευτικό πληθωρισμό της τελευταίας περιόδου, τον οποίο προσδιόρισε στο 20,8%.
Πρόκειται, χωρίς αμφιβολία, για μια θετική παρέμβαση για χιλιάδες πολίτες που ζουν με δεσμευμένους λογαριασμούς, χρέη προς το Δημόσιο, τις τράπεζες και τα funds. Όμως η ουσία δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από τους πανηγυρισμούς. Όταν το κόστος ζωής έχει εκτιναχθεί, όταν το ενοίκιο, το ρεύμα, το σούπερ μάρκετ και οι δόσεις καταπίνουν το μηνιαίο εισόδημα, τα 1.600 ευρώ δεν είναι προνόμιο. Είναι το ελάχιστο όριο επιβίωσης.
Ο κ. Πιερρακάκης επιχείρησε να δώσει και πολιτικό χρώμα στην ανακοίνωση, λέγοντας ότι το ακατάσχετο των 1.250 ευρώ είχε οριστεί από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ότι «αυτή ήταν η Ελλάδα της οικονομικής ασφυξίας». Μόνο που το εύλογο ερώτημα παραμένει: αν το όριο αυτό ήταν σύμβολο ασφυξίας, γιατί παρέμεινε τόσα χρόνια σχεδόν ανέγγιχτο; Και γιατί η αναπροσαρμογή έρχεται τώρα, όταν χιλιάδες νοικοκυριά έχουν ήδη εξαντληθεί οικονομικά;
Παράλληλα, ο υπουργός ανακοίνωσε αλλαγές για τους δεσμευμένους τραπεζικούς λογαριασμούς, με δυνατότητα άρσης της δέσμευσης για όσους καταβάλλουν το 25% της βασικής οφειλής και ρυθμίσουν το υπόλοιπο ποσό. Αναφέρθηκε επίσης στη μείωση του ορίου ένταξης στον εξωδικαστικό μηχανισμό από τις 10.000 στις 5.000 ευρώ, στη δυνατότητα ρύθμισης παλαιών ληξιπρόθεσμων οφειλών έως 72 δόσεις και στον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης για ευάλωτους πολίτες.
Ακούγονται όλα θετικά. Όμως η πραγματική ζωή δεν μετριέται μόνο με ποσοστά, δείκτες και υπουργικές διατυπώσεις. Μετριέται με το αν ο πολίτης μπορεί να κρατήσει το σπίτι του. Με το αν μπορεί να πληρώσει φάρμακα, λογαριασμούς και τρόφιμα. Με το αν μπορεί να ζήσει χωρίς να φοβάται ότι κάθε κατάθεση στον λογαριασμό του θα εξαφανιστεί μέσα σε λίγα λεπτά.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει το μέτρο ως μέρος συνολικής στρατηγικής για το ιδιωτικό χρέος. Ο υπουργός υποστήριξε ότι το ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα βρίσκεται στο 94,5% του ΑΕΠ, κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν υποχωρήσει στο 3,3%, από 48,5% το 2016. Ανέφερε επίσης ότι το 2025 έγιναν ρυθμίσεις ύψους 6,8 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, οι αριθμοί δεν απαντούν από μόνοι τους στο βασικό ερώτημα: πόσοι πολίτες αισθάνονται πραγματικά προστατευμένοι; Γιατί άλλο πράγμα είναι να μειώνονται οι δείκτες στους πίνακες και άλλο να μη ζει ο πολίτης με τον τρόμο της κατάσχεσης, του servicer, του fund και της απώλειας της πρώτης κατοικίας.
Η αύξηση του ακατάσχετου στα 1.600 ευρώ είναι ένα βήμα. Αλλά δεν είναι λύση. Είναι περισσότερο μια καθυστερημένη αναγνώριση ότι το προηγούμενο όριο δεν ανταποκρινόταν πλέον στην πραγματικότητα.
Και η κοινωνία δεν χρειάζεται μόνο «δεύτερη ευκαιρία» στα χαρτιά. Χρειάζεται πραγματική προστασία, καθαρούς κανόνες, δίκαιες ρυθμίσεις και ένα κράτος που δεν θα θυμάται τον οφειλέτη μόνο όταν πρέπει να εισπράξει.

