Η υπόθεση του αφθώδους πυρετού στη Λέσβο περνά σε πιο επικίνδυνη φάση, καθώς τα νέα κρούσματα δεν προκαλούν μόνο συναγερμό για την παρούσα εικόνα, αλλά ανοίγουν και το κρίσιμο ερώτημα αν ο ιός κυκλοφορούσε ήδη στο νησί πριν από την επίσημη επιβεβαίωση.
Η παρέμβαση του κτηνιάτρου και πρώην προέδρου του ΓΕΩΤΕΕ Γιάννη Τσακίρη μετατοπίζει τη συζήτηση από την απλή καταγραφή των εστιών στη στρατηγική αντιμετώπισης: πόσο βαθιά έχει πάει η διασπορά, πόσο έγκαιρα ανιχνεύθηκε η νόσος και αν πλέον πρέπει να εξεταστεί σοβαρά η επιλογή του εμβολιασμού.
Τα νέα κρούσματα δεν επιτρέπουν εφησυχασμό
Η επιβεβαίωση οκτώ νέων κρουσμάτων στην περιοχή της Πελόπης, έστω και εντός της ζώνης των τριών χιλιομέτρων, δεν σημαίνει ότι η κρίση είναι ελεγχόμενη. Αντίθετα, ενισχύει την ανησυχία ότι η εικόνα που βλέπουν τώρα οι αρχές μπορεί να είναι μόνο η επιφάνεια ενός προβλήματος που είχε ήδη ξεκινήσει νωρίτερα.
Το βασικό ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσα κρούσματα εντοπίστηκαν, αλλά πότε πραγματικά εμφανίστηκε ο ιός στη Λέσβο και πόσο χρόνο είχε στη διάθεσή του για να κινηθεί αθόρυβα μέσα στις εκτροφές πριν σημάνει επισήμως συναγερμός.
Αντισώματα και ήπια συμπτώματα δείχνουν πιθανή προϋπάρχουσα παρουσία
Σύμφωνα με την εκτίμηση του Γιάννη Τσακίρη, η ανίχνευση αντισωμάτων στα περισσότερα δείγματα αποτελεί στοιχείο με ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς ενισχύει το ενδεχόμενο ο ιός να βρισκόταν ήδη στο νησί πριν από την επίσημη καταγραφή της νόσου.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο επειδή ο συγκεκριμένος ορότυπος, όπως επισημαίνεται, φαίνεται να προκαλεί στα πρόβατα σχεδόν ασυμπτωματική εικόνα: παροδική χωλότητα, μειωμένη όρεξη, μικρή πτώση στη γαλακτοπαραγωγή. Συμπτώματα δηλαδή που εύκολα μπορεί να περάσουν απαρατήρητα από έναν παραγωγό, επιτρέποντας στον αφθώδη πυρετό να εξαπλωθεί χωρίς άμεση κινητοποίηση.
Από τις θανατώσεις στη στρατηγική πρόληψης
Η κρίση δεν περιορίζεται πλέον σε ένα τοπικό επεισόδιο της Λέσβου. Οι συνέπειες αγγίζουν συνολικά την κτηνοτροφική αξιοπιστία της χώρας, την εμπορία ζωικών προϊόντων και την εξαγωγική εικόνα της Ελλάδας. Αυτό σημαίνει ότι η διαχείριση δεν μπορεί να εξαντλείται μόνο σε μέτρα καταστολής και σε θανατώσεις εκτροφών.
Γι’ αυτό και επανέρχεται πλέον ανοιχτά η συζήτηση για τον εμβολιασμό ως εργαλείο ανάσχεσης της διασποράς. Πρόκειται για επιλογή που δεν είναι τοπική απόφαση, αλλά υπόθεση κεντρικής και ευρωπαϊκής έγκρισης. Ωστόσο, το γεγονός ότι τίθεται πλέον τόσο καθαρά στο δημόσιο πεδίο δείχνει πως η κρίση έχει ήδη ξεπεράσει το επίπεδο της απλής παρακολούθησης και απαιτεί στρατηγική πρόληψης, ταχύτητα και έγκαιρη πολιτική απόφαση.

