Στις 3 Αυγούστου κρίνεται η προσφυγή του Πόντιου ακτιβιστή για άσυλο – Οι διώξεις του είναι πραγματικές, αλλά πραγματική είναι και η δική του σκοτεινή παραδοχή για τη δράση του στον τουρκικό στρατό
Στις 3 Αυγούστου η Ελλάδα δεν θα εξετάσει απλώς έναν ακόμη φάκελο ασύλου. Θα αποφασίσει τι σημαίνουν στην πράξη οι λέξεις «κράτος δικαίου», «ανθρώπινα δικαιώματα» και «απαγόρευση βασανιστηρίων».
Ο Γιάννης-Βασίλης Γιαϊλαλί, γεννημένος ως Ιμπραήμ Γιαϊλαλί στην Πάφρα της Τουρκίας, ζει στη χώρα μας από το 2019. Επί επτά χρόνια περιμένει μια τελική απάντηση. Η αίτησή του έχει απορριφθεί δύο φορές και πλέον η υπόθεση βρίσκεται ενώπιον της Αρχής Προσφυγών.
Αν η απόφαση είναι αρνητική, ο κίνδυνος επιστροφής του στην Τουρκία γίνεται άμεσος. Και εκεί δεν τον περιμένει κάποια ήρεμη επιστροφή στην πατρίδα. Τον περιμένουν δικαστικές υποθέσεις, εντάλματα, φυλακή και –σύμφωνα με όσα καταγγέλλει– ο κίνδυνος νέων βασανιστηρίων.
Όμως η υπόθεση δεν χωρά ούτε σε ηρωικές αφίσες ούτε σε κυβερνητικές ατάκες των είκοσι δευτερολέπτων.
Γιατί ο Γιαϊλαλί δεν είναι άγιος. Αλλά ούτε δέμα προς παράδοση στον Ερντογάν.
Το παρελθόν που δεν μπορεί να εξαφανιστεί
Ο Γιαϊλαλί μεγάλωσε, όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος, σε περιβάλλον ακραίου τουρκικού εθνικισμού. Δήλωνε «Γκρίζος Λύκος», μισούσε τους Κούρδους και τις μειονότητες και το 1994 επέλεξε να υπηρετήσει στις ειδικές δυνάμεις του τουρκικού στρατού.
Εδώ βρίσκεται και το δύσκολο σημείο που αρκετές εκκλήσεις συμπαράστασης προτιμούν να περνούν στα ψιλά.
Ο ίδιος έχει δηλώσει δημόσια ότι δεν υπήρξε απλώς αυτόπτης μάρτυρας εγκλημάτων σε κουρδικά χωριά. Παραδέχθηκε ότι συμμετείχε σε επιχειρήσεις κατά τις οποίες χωριά πυρπολούνταν και κάτοικοι βασανίζονταν.
Αυτή η παραδοχή δεν μπορεί να σβηστεί επειδή αργότερα άλλαξε ιδέες, έγινε αντιρρησίας συνείδησης και αφιέρωσε τη ζωή του στην ειρήνη και στα δικαιώματα των μειονοτήτων.
Το κράτος έχει υποχρέωση να την εξετάσει. Να ζητήσει συγκεκριμένα περιστατικά, τόπους, ημερομηνίες, εντολές, θύματα και βαθμό προσωπικής συμμετοχής. Να διαπιστώσει αν ενήργησε με πρόθεση, υπό διαταγή ή υπό πραγματικό εξαναγκασμό.
Αυτό λέγεται έρευνα.
Το να βαφτίζεται κάποιος «εγκληματίας πολέμου» επειδή χρησιμοποίησε τη λέξη «εμείς», χωρίς να αποδεικνύεται τι ακριβώς έκανε ο ίδιος, λέγεται διοικητική ευκολία.
Από θύτης, καταγγέλλων του τουρκικού καθεστώτος
Κατά τη διάρκεια σύγκρουσης το 1994, ο Γιαϊλαλί τραυματίστηκε και αιχμαλωτίστηκε από το PKK. Παρέμεινε κρατούμενος για περίπου δύο χρόνια και απελευθερώθηκε τον Δεκέμβριο του 1996.
Μετά την επιστροφή του δεν αντιμετωπίστηκε ως στρατιώτης που γύρισε στην πατρίδα του. Συνελήφθη για «προπαγάνδα», επειδή είχε μιλήσει σε δημοσιογράφους για όσα συνέβαιναν στις κουρδικές περιοχές.
Στα χρόνια που ακολούθησαν έγινε αντιρρησίας συνείδησης και ακτιβιστής. Στάθηκε δίπλα στις οικογένειες των 34 Κούρδων αμάχων που σκοτώθηκαν στο Ρομπόσκι. Φυλακίστηκε για την αντιπολεμική δράση του, για κείμενα, διαμαρτυρίες και αναφορές στις Γενοκτονίες των Ποντίων και των Αρμενίων.
Η Τουρκία έχει ήδη καταδικαστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε υπόθεσή του για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.
Συνεπώς, η πολιτική δίωξή του δεν αποτελεί αποκύημα κάποιας καμπάνιας στο διαδίκτυο. Είναι καταγεγραμμένο γεγονός.
Ο Πλεύρης, οι έξι συνεντεύξεις και η βολική μισή αλήθεια
Ο υπουργός Μετανάστευσης Θάνος Πλεύρης υποστήριξε στη Βουλή ότι η απορριπτική απόφαση βασίστηκε σε «σοβαρά ευρήματα» από έξι συνεντεύξεις του Γιαϊλαλί. Δήλωσε επίσης το αυτονόητο: όποιος έχει διαπράξει εγκλήματα πολέμου δεν δικαιούται άσυλο.
Σωστά.
Αλλά άλλο το «εάν έχει διαπράξει» και άλλο το «έχει διαπράξει».
Η ρήτρα αποκλεισμού από το άσυλο απαιτεί εξατομικευμένη ευθύνη. Δεν αρκεί ότι κάποιος φόρεσε τη στολή ενός στρατού που διέπραξε εγκλήματα. Δεν αρκεί ότι βρισκόταν σε μια μονάδα. Δεν αρκεί ακόμη και μια γενική, συλλογική παραδοχή.
Απαιτούνται σαφή και αξιόπιστα στοιχεία για τις προσωπικές πράξεις, τη γνώση και την πρόθεση του συγκεκριμένου ανθρώπου.
Η απορριπτική απόφαση φέρεται να αριθμεί 120 σελίδες. Παραμένει, όμως, μη δημόσια. Επομένως, κανείς εκτός από όσους έχουν τον πλήρη φάκελο δεν μπορεί να γνωρίζει εάν περιλαμβάνει συγκεκριμένες αποδείξεις ή εάν η διοίκηση μετέτρεψε τον άνθρωπο που κατήγγειλε εγκλήματα του τουρκικού στρατού σε βολικό κατηγορούμενο.
Αποκλεισμός από το άσυλο δεν σημαίνει παράδοση στα βασανιστήρια
Υπάρχει ακόμη ένα σημείο που η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει χωρίς υπεκφυγές.
Ακόμη και εάν αποδειχθεί ότι ο Γιαϊλαλί πρέπει να αποκλειστεί από το καθεστώς του πρόσφυγα, αυτό δεν δίνει στην Ελλάδα άδεια να τον παραδώσει σε μια χώρα όπου αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο βασανισμού ή απάνθρωπης μεταχείρισης.
Η απαγόρευση αυτή είναι απόλυτη. Δεν έχει αστερίσκους και κυβερνητικά «ναι μεν, αλλά».
Εάν υπάρχουν πραγματικά στοιχεία για εγκλήματα πολέμου, η Ελλάδα οφείλει να τα διαβιβάσει στη Δικαιοσύνη. Να ερευνήσει. Να καλέσει μάρτυρες. Να αναζητήσει θύματα και έγγραφα. Και, εφόσον προκύψουν αποδείξεις, να κινήσει τις προβλεπόμενες διαδικασίες.
Όχι να κλείσει τον φάκελο, να εκδώσει ένα χαρτί επιστροφής και να στείλει τον άνθρωπο ακριβώς στο καθεστώς του οποίου τα εγκλήματα αποκάλυψε.
Αυτό δεν είναι απονομή δικαιοσύνης. Είναι εξαγωγή του προβλήματος.
Στις 3 Αυγούστου κρίνεται και η Ελλάδα
Ο Γιαϊλαλί δεν ζητά να διαγραφεί το παρελθόν του. Το έχει περιγράψει ο ίδιος με σκληρά λόγια. Δεν κρύφτηκε πίσω από μια εξωραϊσμένη βιογραφία.
Ακριβώς αυτή η ειλικρίνειά του χρησιμοποιείται τώρα εναντίον του.
Η Ελλάδα στις 3 Αυγούστου δεν καλείται να αποφασίσει αν ο Γιαϊλαλί είναι ήρωας ή εγκληματίας μέσα από συνθήματα. Καλείται να εξετάσει εάν υπάρχουν συγκεκριμένες αποδείξεις προσωπικής ευθύνης και, ξεχωριστά, εάν η επιστροφή του στην Τουρκία θα τον εκθέσει σε φυλάκιση, βασανιστήρια ή θάνατο.
Δεν χρειάζεται αγιοποίηση.
Χρειάζεται Δικαιοσύνη.
Γιατί ένα ευρωπαϊκό κράτος δεν μπορεί να λειτουργεί ως εταιρεία ταχυμεταφορών πολιτικών αντιπάλων προς τον Ερντογάν. Και εάν η Ελλάδα πιστεύει πραγματικά στα ανθρώπινα δικαιώματα, στις 3 Αυγούστου πρέπει να το αποδείξει με απόφαση – όχι με διαρροές, ατάκες και σφραγίδες απέλασης.

