Όταν η υπηρεσιακή σιωπή γίνεται συνενοχή και το δημόσιο χρήμα αντιμετωπίζεται σαν ξένη περιουσία
Ο κύβος ερρίφθη.
Η υπόθεση της ΔΕΥΑΧ περνά πλέον από τα πορίσματα, τις καταθέσεις και τις διοικητικές διαπιστώσεις στο πιο κρίσιμο στάδιο: στην ανακριτική διαδικασία.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, από το τέλος της εβδομάδας αναμένεται να αρχίσουν να περνούν το κατώφλι της ανακρίτριας πρόσωπα που περιλαμβάνονται στη δικογραφία για όσα φέρονται να συνέβησαν στην επιχείρηση και για οικονομική ζημία που προσεγγίζει τα 2,5 εκατομμύρια ευρώ.
Ανάμεσά τους βρίσκονται και υπάλληλοι οι οποίοι καλούνται πλέον να απαντήσουν όχι γενικά και αόριστα, αλλά συγκεκριμένα:
Τι γνώριζαν;
Τι υπέγραφαν;
Τι ενέκριναν;
Τι παρέλαβαν;
Τι πλήρωσαν;
Και κυρίως, γιατί δεν αντέδρασαν όταν υποτίθεται ότι έβλεπαν μπροστά τους διαδικασίες που ζημίωναν μια δημοτική επιχείρηση και, τελικά, τους ίδιους τους πολίτες;
Ο υπάλληλος δεν είναι απλός θεατής
Σε μια δημοτική επιχείρηση ο υπάλληλος δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο.
Δεν βρίσκεται εκεί για να εκτελεί μηχανικά κάθε εντολή, να υπογράφει χωρίς να διαβάζει και να σιωπά για να μη δυσαρεστήσει τους προϊσταμένους του.
Η υπηρεσιακή ιδιότητα συνεπάγεται υποχρεώσεις.
Συνεπάγεται έλεγχο.
Συνεπάγεται ευθύνη.
Συνεπάγεται την υποχρέωση προστασίας της δημόσιας περιουσίας και της νομιμότητας.
Το επιχείρημα «εκτελούσα εντολές» δεν μπορεί να λειτουργεί ως μόνιμο σωσίβιο για κάθε παρατυπία.
Ούτε το «δεν ήξερα» μπορεί να ακούγεται πειστικό όταν υπάρχουν υπογραφές, εισηγήσεις, εντάλματα, αποφάσεις, πρωτόκολλα και οικονομικές πράξεις.
Οι υπάλληλοι δεν καλούνται να υποκαταστήσουν τη Δικαιοσύνη. Καλούνται όμως να μην υποκαθιστούν τη συνείδησή τους με την τυφλή υπακοή.
Ποιοι υπέγραφαν και ποιοι σιωπούσαν;
Η ανακριτική διαδικασία οφείλει να φωτίσει πλήρως τον ρόλο κάθε υπαλλήλου.
Δεν έχουν όλοι την ίδια ευθύνη.
Άλλο είναι να έχει κάποιος εκτελέσει μια τυπική υπηρεσιακή ενέργεια χωρίς ουσιαστική γνώση και άλλο να έχει συμμετάσχει ενεργά σε αποφάσεις, εισηγήσεις ή πληρωμές.
Άλλο είναι να έχει διαφωνήσει εγγράφως και άλλο να έχει σιωπήσει.
Άλλο είναι να έχει πιεστεί και άλλο να έχει συνεργήσει.
Άλλο είναι να έχει καταγγείλει μια παρατυπία και άλλο να την έχει διευκολύνει.
Γι’ αυτό και η έρευνα δεν μπορεί να είναι ισοπεδωτική. Πρέπει να εξεταστούν ξεχωριστά οι πράξεις, οι υπογραφές, οι αρμοδιότητες και η πραγματική δυνατότητα παρέμβασης του καθενός.
Όποιος δεν έχει ευθύνη, πρέπει να απαλλαγεί.
Όποιος όμως γνώριζε, υπέγραφε και συνέχιζε, πρέπει να λογοδοτήσει.
Οι υπάλληλοι που αντιστάθηκαν
Μέσα σε αυτή την υπόθεση δεν πρέπει να μπουν όλοι στο ίδιο σακί.
Υπήρξαν εργαζόμενοι και στελέχη που, σύμφωνα με όσα έχουν καταγγελθεί, αρνήθηκαν να σιωπήσουν.
Υπήρξαν άνθρωποι που ύψωσαν ανάστημα, κατέγραψαν αντιρρήσεις και πλήρωσαν αυτή τη στάση με πιέσεις, απαξίωση και στοχοποίηση.
Αυτοί δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως πρόβλημα.
Πρέπει να αντιμετωπίζονται ως παράδειγμα.
Διότι η Δημόσια Διοίκηση δεν προστατεύεται από εκείνους που λένε πάντα «ναι».
Προστατεύεται από εκείνους που έχουν το θάρρος να πουν «όχι» όταν διαπιστώνουν ότι παραβιάζεται η νομιμότητα.
Εάν επιβεβαιωθεί ότι υπάλληλοι δέχθηκαν εκφοβισμό επειδή κατήγγειλαν ή αρνήθηκαν να συμμετάσχουν σε συγκεκριμένες διαδικασίες, τότε η υπόθεση αποκτά ακόμη βαρύτερη διάσταση.
Γιατί δεν θα μιλάμε μόνο για οικονομική ζημία.
Θα μιλάμε και για μηχανισμό φίμωσης όσων προσπάθησαν να προστατεύσουν τη ΔΕΥΑΧ.
Η υπηρεσιακή καρέκλα δεν είναι ασπίδα
Οι εμπλεκόμενοι υπάλληλοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι την τελική κρίση της Δικαιοσύνης.
Αυτό είναι αυτονόητο και αδιαπραγμάτευτο.
Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, δεν σημαίνει ότι η υπηρεσία οφείλει να κάνει ότι δεν συμβαίνει τίποτα.
Η διοίκηση πρέπει να εξετάσει εάν πρόσωπα που ελέγχονται για πράξεις σχετικές με οικονομική διαχείριση, συμβάσεις ή πληρωμές μπορούν να εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση στα ίδια αρχεία, στα ίδια πληροφοριακά συστήματα και στις ίδιες διαδικασίες.
Δεν πρόκειται για προκαταβολική καταδίκη.
Πρόκειται για στοιχειώδη θεσμική προστασία.
Όταν διερευνώνται τόσο σοβαρές πράξεις, η διασφάλιση εγγράφων, ηλεκτρονικών αρχείων και υπηρεσιακών φακέλων δεν είναι πολυτέλεια.
Είναι υποχρέωση.
Κανείς δεν πρέπει να έχει τη δυνατότητα να μετακινήσει, να εξαφανίσει, να τροποποιήσει ή να επηρεάσει οποιοδήποτε στοιχείο μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμο για την έρευνα.
Τα 2,5 εκατομμύρια δεν είναι αριθμός σε ένα χαρτί
Η φερόμενη ζημία των σχεδόν 2,5 εκατομμυρίων ευρώ δεν είναι ένας λογιστικός αριθμός.
Είναι χρήματα που προέρχονται από τους λογαριασμούς των πολιτών.
Είναι χρήματα που θα μπορούσαν να έχουν διατεθεί για έργα ύδρευσης, για την αντιμετώπιση βλαβών, για αντικατάσταση δικτύων, για καλύτερες υπηρεσίες και για χαμηλότερο κόστος στους δημότες.
Κάθε ευρώ που χάνεται από μια δημοτική επιχείρηση το πληρώνει στο τέλος η κοινωνία.
Το πληρώνει ο πολίτης με αυξήσεις.
Το πληρώνει με χειρότερες υπηρεσίες.
Το πληρώνει με εγκαταλελειμμένες υποδομές.
Το πληρώνει με την απαξίωση ενός οργανισμού που υποτίθεται ότι υπάρχει για να εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον.
Ώρα να σπάσει η ομερτά
Η υπόθεση της ΔΕΥΑΧ πρέπει να αποτελέσει το τέλος μιας αντίληψης που δηλητηριάζει επί χρόνια τη δημόσια διοίκηση:
«Μην μιλάς».
«Μην ανακατεύεσαι».
«Υπόγραψε και φύγε».
«Κάνε αυτό που σου λένε».
«Δεν είναι δική σου δουλειά».
Είναι δουλειά κάθε υπαλλήλου να προστατεύει τη νομιμότητα.
Είναι δουλειά κάθε οικονομικής υπηρεσίας να ελέγχει πού πηγαίνει το χρήμα.
Είναι δουλειά κάθε τεχνικού στελέχους να βεβαιώνει μόνο όσα πραγματικά έγιναν.
Είναι δουλειά κάθε προϊσταμένου να αρνείται την παράνομη εντολή.
Και είναι υποχρέωση κάθε εργαζομένου να καταγγέλλει όσα δεν μπορούν να δικαιολογηθούν.
Η σιωπή δεν είναι πάντοτε ουδετερότητα.
Μερικές φορές είναι συγκάλυψη.
Και όταν γύρω από τη σιωπή χάνονται εκατομμύρια ευρώ, τότε οι απαντήσεις δεν μπορούν να δίνονται στους διαδρόμους.
Δίνονται ενώπιον της Δικαιοσύνης.
Η ώρα έφτασε.
Όποιος δεν έχει τίποτα να φοβηθεί, θα το αποδείξει.
Όποιος όμως πίστευε ότι η υπηρεσιακή του θέση, η υπογραφή του ή η σιωπή του θα ξεχαστούν, έκανε λάθος.
Στη ΔΕΥΑΧ δεν ερευνάται απλώς μια οικονομική υπόθεση.
Ερευνάται αν υπήρξε ένα ολόκληρο σύστημα ανθρώπων που γνώριζαν, υπέγραφαν, σιωπούσαν και συνέχιζαν σαν να μην τρέχει τίποτα.
Και τώρα ήρθε η ώρα να αποκαλυφθεί όλη η αλήθεια.

