Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι τα εργαλεία υπάρχουν, οι νόμοι ψηφίστηκαν και οι λύσεις είναι γνωστές. Αυτό που εξακολουθεί να αναζητείται είναι η εφαρμογή τους.
Κάθε καλοκαίρι η ίδια εικόνα. Φλόγες, εκκενώσεις, καμένα σπίτια, απελπισμένοι κάτοικοι, εξαντλημένοι πυροσβέστες και, μόλις σβήσει η τελευταία εστία, η γνωστή πολιτική υπόσχεση: «Αυτό δεν πρέπει να ξανασυμβεί».
Κι όμως, ξανασυμβαίνει.
Ο πυρομετεωρολόγος του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών Θοδωρής Γιάνναρος περιγράφει χωρίς περιστροφές την πραγματικότητα: «Δεν υπάρχει μαγικό ραβδί». Υπάρχουν, όμως, συγκεκριμένα μέτρα, επιστημονική γνώση και ένα θεσμικό πλαίσιο που, εάν εφαρμοστεί συστηματικά, μπορεί μέσα σε τρία έως πέντε χρόνια να καταστήσει τη χώρα πολύ καλύτερα προετοιμασμένη.
Το κρίσιμο ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι εάν γνωρίζουμε τι πρέπει να γίνει. Το γνωρίζουμε. Το ερώτημα είναι γιατί εξακολουθούμε να περιμένουμε την καταστροφή για να κινητοποιηθούμε.
Η Αττική χάνει τα δάση της
Τα αριθμητικά στοιχεία δεν αφήνουν χώρο για ωραιοποιήσεις. Από το 2017 έως τις 3 Αυγούστου 2026, δεκαπέντε μεγάλες πυρκαγιές έκαψαν περισσότερα από 800.000 στρέμματα στην Αττική. Περίπου 512.000 στρέμματα δάσους έγιναν στάχτη, δηλαδή το 42% των δασικών εκτάσεων της Περιφέρειας. Meteo – στοιχεία Copernicus και EFFIS
Δεν πρόκειται πλέον για μεμονωμένες φυσικές καταστροφές. Πρόκειται για μια διαρκή οικολογική υποχώρηση, η οποία χρόνο με τον χρόνο αλλάζει το τοπίο, επιβαρύνει το μικροκλίμα, ενισχύει τον κίνδυνο πλημμυρών και υποβαθμίζει ολόκληρες περιοχές.
Η κλιματική κρίση κάνει τις πυρκαγιές εντονότερες, ταχύτερες και δυσκολότερες στην αντιμετώπιση. Δεν δημιούργησε, όμως, τις παθογένειες που συσσωρεύαμε επί δεκαετίες.
Η εγκατάλειψη της υπαίθρου, τα αδιαχείριστα δάση, η συσσώρευση καύσιμης ύλης, η άναρχη δόμηση και η απουσία ουσιαστικού σχεδιασμού εκεί όπου το δάσος συναντά κατοικημένες περιοχές προϋπήρχαν. Η κλιματική κρίση, όπως επισημαίνει ο Θοδωρής Γιάνναρος, λειτουργεί σαν τοκογλύφος: πολλαπλασιάζει το κόστος ενός χρέους που εμείς δημιουργήσαμε.
Ο νόμος υπάρχει – Θα εφαρμοστεί;
Τον Φεβρουάριο του 2026 ψηφίστηκε ο νόμος 5281/2026, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ενεργή Μάχη». Προβλέπει την αναμόρφωση του συστήματος πρόληψης, ετοιμότητας και απόκρισης απέναντι στις δασικές πυρκαγιές, την ενίσχυση της διερεύνησης των εμπρησμών και την αξιοποίηση των επιχειρησιακών διδαγμάτων κάθε καταστροφής. Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας
Μεταξύ των εργαλείων που προβλέπονται είναι η προδιαγεγραμμένη καύση κατά τους ασφαλέστερους μήνες του έτους, υπό επιστημονική επίβλεψη και αυστηρούς όρους, καθώς και η ελεγχόμενη βόσκηση για τον περιορισμό της πλεονάζουσας βιομάζας.
Δεν πρόκειται για εξωτικές ή ανεφάρμοστες ιδέες. Είναι πρακτικές που χρησιμοποιούνταν για πολλές γενιές στην ελληνική ύπαιθρο και σήμερα μπορούν να ενταχθούν σε ένα οργανωμένο, επιστημονικά τεκμηριωμένο σχέδιο.
Προβλέπεται επίσης δεκαετής σχεδιασμός για τη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών, ώστε η προστασία των δασών να μη μεταβάλλεται κάθε φορά που αλλάζει κυβέρνηση, υπουργός ή διοικητής. Γιατί το δάσος δεν μπορεί να περιμένει τον επόμενο πολιτικό κύκλο ούτε να προστατεύεται με εξαγγελίες μιας αντιπυρικής περιόδου.
Η πρόγνωση του καιρού δεν αρκεί
Μια μεγάλη πυρκαγιά δημιουργεί το δικό της, εξαιρετικά σύνθετο περιβάλλον. Η γενική μετεωρολογική πρόγνωση δεν επαρκεί για να καθοδηγήσει τις επιχειρήσεις στο πεδίο.
Χρειάζεται εξειδικευμένη επιχειρησιακή μετεωρολογία, με συνεχή παρακολούθηση της έντασης και της διεύθυνσης του ανέμου, της θερμοκρασίας, της υγρασίας και της αναμενόμενης συμπεριφοράς της φωτιάς.
Παράλληλα, είναι αναγκαίο να υπάρχουν σαφής διοίκηση, προκαθορισμένοι ρόλοι και συγκεκριμένα πρωτόκολλα. Σε ένα μεγάλο πύρινο μέτωπο δεν επιτρέπεται κανείς να αναζητεί εκείνη την ώρα ποιος δίνει εντολές, ποιος έχει την ευθύνη και ποιος συντονίζει τους εμπλεκόμενους φορείς.
Πάνω από το 90% ξεκινά από ανθρώπινη δραστηριότητα
Η ενίσχυση του Πυροσβεστικού Σώματος, τα εναέρια μέσα, τα drones και τα σύγχρονα συστήματα επιτήρησης είναι απολύτως αναγκαία. Καμία δύναμη κατάσβεσης, όμως, δεν είναι απεριόριστη.
Όταν ξεσπούν ταυτόχρονα πολλά μέτωπα σε συνθήκες καύσωνα, ξηρασίας και θυελλωδών ανέμων, ακόμη και ο ισχυρότερος μηχανισμός μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με μια ανεξέλεγκτη κατάσταση.
Γι’ αυτό η μεγάλη μάχη πρέπει να δοθεί πριν εμφανιστεί η πρώτη φλόγα. Πάνω από το 90% των δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα συνδέεται με ανθρώπινη δραστηριότητα, είτε από αμέλεια είτε από πρόθεση.
Η Πολιτεία οφείλει, στο τέλος κάθε αντιπυρικής περιόδου, να παρουσιάζει αναλυτικά και τεκμηριωμένα τις αιτίες έναρξης των πυρκαγιών. Έτσι θα μπορούν να σχεδιάζονται στοχευμένα μέτρα, αλλά και να περιορίζεται η συνωμοσιολογία που εμφανίζεται κάθε φορά πάνω στα αποκαΐδια.
Η επόμενη αντιπυρική περίοδος αρχίζει τον χειμώνα
Οι μεγάλες πυρκαγιές δεν θα εξαφανιστούν. Μπορούμε, όμως, να περιορίσουμε τις ενάρξεις, να μειώσουμε την καύσιμη ύλη, να προστατεύσουμε τους οικισμούς και να οργανώσουμε καλύτερα την απόκριση.
Η προετοιμασία για το επόμενο καλοκαίρι δεν πρέπει να αρχίσει τον Μάιο, με συσκέψεις, φωτογραφίες και δηλώσεις ετοιμότητας. Πρέπει να ξεκινήσει την επόμενη ημέρα μετά το τέλος της φετινής αντιπυρικής περιόδου.
Ο νόμος υπάρχει. Τα επιστημονικά εργαλεία υπάρχουν. Οι πρακτικές είναι γνωστές. Η εμπειρία αποκτήθηκε με τεράστιο ανθρώπινο, οικονομικό και περιβαλλοντικό κόστος.
Αυτό που μένει να αποδειχθεί είναι αν υπάρχει και η πολιτική βούληση.
Γιατί, εάν συνεχίσουμε να θυμόμαστε την πρόληψη μόνο όταν οι φλόγες πλησιάζουν τα σπίτια, η φράση «παραλάβαμε καμένη γη» δεν θα αποτελεί πλέον πολιτική δικαιολογία.
Θα είναι η κυριολεκτική περιγραφή της χώρας που θα παραδώσουμε στα παιδιά μας.


