Κληρικοί, μοναχές, ναοί και εκκλησιαστική περιουσία βρίσκονται στο στόχαστρο εξτρεμιστικών ομάδων – Ο Ισραηλινός δικηγόρος Ντάνιελ Σάιντεμαν καταγγέλλει θεσμική αδράνεια, ενώ οι αριθμοί αποκαλύπτουν ένα φαινόμενο που δεν μπορεί πλέον να παρουσιάζεται ως περιθωριακό
Το φτύσιμο ενός ιερέα στον δρόμο, η εξύβριση μιας μοναχής, η βεβήλωση ενός χριστιανικού συμβόλου ή η επίθεση σε εκκλησιαστικό κτίριο μπορούν εύκολα να παρουσιαστούν ως «μεμονωμένα περιστατικά».
Όταν, όμως, επαναλαμβάνονται με αυξανόμενη συχνότητα, συγκεντρώνονται στα ίδια σημεία και στρέφονται συστηματικά εναντίον ανθρώπων που αναγνωρίζονται από την ενδυμασία ή το θρησκευτικό τους σύμβολο, παύουν να αποτελούν απλές παρεκτροπές.
Μετατρέπονται σε κοινωνικό και θεσμικό πρόβλημα.
Αυτό ακριβώς δείχνουν τα στοιχεία για τις επιθέσεις και τις παρενοχλήσεις κατά των χριστιανών στο Ισραήλ και ιδιαίτερα στην Ιερουσαλήμ. Το 2025 καταγράφηκαν 155 αντιχριστιανικά περιστατικά, έναντι 111 το 2024, αύξηση που πλησιάζει το 40%. Μόνο κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 καταγράφηκαν ήδη 107 περιστατικά.
Οι αριθμοί δεν αποδεικνύουν ότι ολόκληρη η ισραηλινή κοινωνία συμμερίζεται το μίσος μιας εξτρεμιστικής μειοψηφίας. Αποδεικνύουν, όμως, ότι η μειοψηφία αυτή δρα αρκετά συχνά και αρκετά απροκάλυπτα ώστε οι χριστιανικές κοινότητες να αισθάνονται ολοένα μεγαλύτερη ανασφάλεια.
Οι επιθέσεις έχουν συγκεκριμένο χάρτη
Το φαινόμενο δεν εμφανίζεται ομοιόμορφα σε όλη τη χώρα. Οι περισσότερες καταγγελίες συγκεντρώνονται στην Παλαιά Πόλη της Ιερουσαλήμ και σε διαδρομές από τις οποίες περνούν καθημερινά κληρικοί, μοναχοί, μοναχές και προσκυνητές.
Ιδιαίτερη ένταση καταγράφεται στην περιοχή από την Πύλη της Γιάφας προς την Εβραϊκή και την Αρμενική Συνοικία, καθώς και στη διαδρομή από την Πύλη του Αγίου Στεφάνου προς τη Via Dolorosa. Επιθέσεις και παρενοχλήσεις έχουν αναφερθεί επίσης γύρω από το Όρος Σιών και χριστιανικά ιδρύματα της περιοχής.
Χαρακτηριστικό είναι περιστατικό του περασμένου Μαΐου, όταν ομάδα Ισραηλινών εφήβων πλησίασε τα κεντρικά γραφεία της Αρμενικής Αποστολικής Εκκλησίας στην Παλαιά Πόλη αναζητώντας χριστιανούς για να τους φτύσει. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ορισμένοι από τους νεαρούς παρουσίαζαν την ταπείνωση των χριστιανών ως θρησκευτική υποχρέωση.
Το επεισόδιο δεν είχε μόνο τον χαρακτήρα μιας αυθόρμητης προσβολής. Καταγράφηκαν αλλεπάλληλα περιστατικά στην ίδια περιοχή, μπροστά σε κάμερες και μάρτυρες, γεγονός που ενισχύει την εικόνα μιας συμπεριφοράς η οποία για ορισμένους έχει αρχίσει να θεωρείται ανεκτή.
Υπερεθνικισμός και θρησκευτικός φανατισμός
Ο Ντάνιελ Σάιντεμαν, Ισραηλινός δικηγόρος, κάτοικος της Ιερουσαλήμ και μακροχρόνιος παρατηρητής των εξελίξεων στην πόλη, εντοπίζει δύο βασικές δεξαμενές δραστών.
Η πρώτη αφορά υπερεθνικιστικές ομάδες νεαρών που συνδέονται ιδεολογικά με τον ακραίο εποικιστικό χώρο. Η δεύτερη προέρχεται από υπερορθόδοξους κύκλους, στους οποίους επιβιώνουν παλαιές αντιχριστιανικές αντιλήψεις και μια λογική ιστορικής «εκδίκησης» απέναντι στην Εκκλησία.
Η διαπίστωση αυτή απαιτεί ακρίβεια. Δεν αφορά συλλήβδην τους Εβραίους, ούτε νομιμοποιεί οποιαδήποτε αντισημιτική γενίκευση. Αφορά συγκεκριμένα εξτρεμιστικά δίκτυα και ιδεολογίες που πρέπει να κατονομάζονται ακριβώς, όπως ακριβώς κατονομάζεται κάθε μορφή θρησκευτικού φανατισμού.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο όταν η δράση αυτών των ομάδων συναντά πολιτική ανοχή ή δημόσιες τοποθετήσεις που υποβαθμίζουν τη βαρύτητα των πράξεων. Ο υπουργός Εθνικής Ασφαλείας Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ έχει στο παρελθόν υποστηρίξει ότι το φτύσιμο εναντίον χριστιανών δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ποινική υπόθεση.
Όταν μια προσβολή με σαφές θρησκευτικό κίνητρο παρουσιάζεται ως ασήμαντη, το μήνυμα προς τον δράστη είναι απλό: μπορεί να συνεχίσει χωρίς σοβαρές συνέπειες.
Υπήρξαν αντιδράσεις – Δεν αρκούν για να ανακοπεί η τάση
Η εικόνα της πλήρους και καθολικής αδιαφορίας των ισραηλινών θεσμών δεν αποτυπώνει όλη την πραγματικότητα.
Τον Μάιο του 2026, μετά τη βίαιη επίθεση εναντίον Καθολικής μοναχής κοντά στην Παλαιά Πόλη, η αστυνομία συνέλαβε έναν 36χρονο και οι εισαγγελικές αρχές άσκησαν δίωξη, αποδίδοντας στην πράξη θρησκευτικό κίνητρο. Το ισραηλινό υπουργείο Εξωτερικών καταδίκασε δημοσίως την επίθεση, ενώ η αστυνομία δήλωσε ότι θα επιδείξει μηδενική ανοχή σε ανάλογες ενέργειες.
Αυτές οι ενέργειες έχουν σημασία και δεν πρέπει να αποσιωπώνται. Δείχνουν ότι υπάρχουν θεσμικά αντανακλαστικά και φωνές μέσα στο Ισραήλ που αντιστέκονται στην αντιχριστιανική βία.
Δεν αναιρούν, όμως, το κεντρικό ερώτημα: γιατί οι καταγραφές συνεχίζουν να αυξάνονται;
Μια σύλληψη μετά από ένα βιντεοσκοπημένο περιστατικό δεν αρκεί για να αντιμετωπιστεί ένα φαινόμενο που περιλαμβάνει καθημερινές παρενοχλήσεις, φτυσίματα, λεκτικές επιθέσεις, βανδαλισμούς και επιθέσεις κατά εκκλησιαστικής περιουσίας. Η καταστολή μετά το γεγονός πρέπει να συνοδευτεί από σταθερή αστυνόμευση, συνεπή εφαρμογή του νόμου, δημόσια εκπαίδευση και καθαρές πολιτικές αποδοκιμασίες χωρίς δύο γλώσσες και εκλογικούς υπολογισμούς.
Η μάχη για την εκκλησιαστική περιουσία
Η ανησυχία των χριστιανικών κοινοτήτων δεν περιορίζεται στη σωματική ασφάλεια των μελών τους.
Στις 15 Ιουνίου προκλήθηκε νέα ένταση γύρω από έκταση που γειτνιάζει με την Ελληνορθόδοξη Μονή του Αγίου Ονουφρίου στην Ακελδαμά. Οι αρχές παρουσίασαν τις παρεμβάσεις ως εργασίες φροντίδας και εξωραϊσμού σε χώρο που, κατά τον ισχυρισμό τους, δεν συντηρούνταν επαρκώς.
Ο Σάιντεμαν, ωστόσο, υποστηρίζει ότι το περιστατικό εντάσσεται σε ευρύτερο κυβερνητικό σχεδιασμό ελέγχου ακινήτων γύρω από την Παλαιά Πόλη και κάνει λόγο για πρωτοφανή αμφισβήτηση εκκλησιαστικής περιουσίας.
Πρόκειται για σοβαρή καταγγελία, η οποία δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως τελεσίδικα αποδεδειγμένο γεγονός χωρίς πλήρη διοικητικά και ιδιοκτησιακά στοιχεία. Αναδεικνύει, όμως, την έλλειψη εμπιστοσύνης που έχει δημιουργηθεί μεταξύ των Εκκλησιών και των κρατικών ή δημοτικών αρχών.
Όταν η φυσική παρενόχληση των πιστών συμπίπτει χρονικά με διαμάχες για γη, πρόσβαση και εκκλησιαστικά ακίνητα, οι τοπικές κοινότητες δεν βλέπουν απλώς μεμονωμένες διενέξεις. Βλέπουν πίεση πάνω στην ίδια τη δυνατότητά τους να παραμείνουν στην πόλη.
Δύο αριθμοί, δύο διαφορετικές ιστορίες
Οι υπερασπιστές της ισραηλινής πολιτικής επισημαίνουν ότι ο συνολικός χριστιανικός πληθυσμός στο Ισραήλ έχει αυξηθεί σημαντικά από το 1948 και σήμερα υπολογίζεται μεταξύ 180.000 και 200.000 ανθρώπων.
Ο αριθμός αυτός είναι πραγματικός και έχει τη σημασία του. Δεν απαντά, όμως, από μόνος του σε όσα συμβαίνουν στην Ιερουσαλήμ.
Στην πόλη ζουν σήμερα περίπου 12.000 χριστιανοί, που αντιστοιχούν μόλις στο 1,2% του πληθυσμού. Το 1948 οι χριστιανοί αποτελούσαν περίπου το 19% των κατοίκων της Ιερουσαλήμ.
Η δραματική πτώση του ποσοστού δεν έχει μία μοναδική αιτία. Η χριστιανική μετανάστευση είχε αρχίσει ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ενώ πολεμικές συγκρούσεις, οικονομικές δυσκολίες, πολιτική αστάθεια και δημογραφικές μεταβολές επηρέασαν βαθιά την περιοχή.
Σύμφωνα με τον Σάιντεμαν, η κατάσταση επιβαρύνεται από τους περιορισμούς μετακίνησης των χριστιανών της Δυτικής Όχθης προς την Ιερουσαλήμ, οι οποίοι συρρικνώνουν τις κοινωνικές, οικογενειακές και οικονομικές σχέσεις μιας ήδη μικρής κοινότητας. Για πολλούς νέους, η μετανάστευση στο εξωτερικό γίνεται ευκολότερη επιλογή από την παραμονή σε μια πόλη όπου η προοπτική στενεύει.
Η Ιερουσαλήμ κρίνεται από το αν χωρά όλους τους πιστούς της
Η Ιερουσαλήμ δεν είναι μια οποιαδήποτε πόλη. Είναι ιερή για τον Ιουδαϊσμό, τον Χριστιανισμό και το Ισλάμ και η διεθνής της σημασία υπερβαίνει τα σύνορα, τις κυβερνήσεις και τις συγκυρίες.
Γι’ αυτό η προστασία των χριστιανικών κοινοτήτων δεν αποτελεί παραχώρηση ούτε επικοινωνιακή υποχρέωση προς το εξωτερικό. Είναι μέτρο της ίδιας της δημοκρατικής και θεσμικής αξιοπιστίας του Ισραήλ.
Το κράτος έχει χρέος να προστατεύσει κληρικούς, πιστούς, προσκυνητές, ναούς και περιουσίες με την ίδια αποφασιστικότητα που οφείλει να προστατεύει κάθε θρησκευτική κοινότητα. Και η ισραηλινή κοινωνία έχει κάθε συμφέρον να απομονώσει όσους μετατρέπουν τη θρησκευτική πίστη σε άδεια ταπείνωσης του άλλου.
Διότι το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι δράστες αποτελούν μειοψηφία. Είναι αν το κράτος θα τους επιτρέψει να καθορίσουν ποιος δικαιούται να περπατά χωρίς φόβο στους δρόμους της Ιερουσαλήμ.

