Από την Κύπρο και τη Βόρειο Ήπειρο έως τα «ήρεμα νερά», τα funds, τα Τέμπη και την αποχή – Ένα κείμενο για τη σιωπή που έγινε κανονικότητα και την αξιοπρέπεια που δεν χαρίζεται
Το κείμενο αυτό γράφτηκε πριν από έναν χρόνο.
Σήμερα δεν χρειάστηκε διόρθωση.
Μόνο προσθήκες.
Και αυτή είναι ίσως η πιο σκληρή απόδειξη ότι, ενώ η επικαιρότητα αλλάζει, η πορεία παραμένει η ίδια.
Κοιμήθηκα – Και η Πατρίδα μίκραινε
Κοιμήθηκα.
Κι όταν ξύπνησα, η Βόρειος Ήπειρος είχε μετατραπεί από εθνικό ζήτημα σε ενοχλητική υποσημείωση. Οι Έλληνες της περιοχής έπρεπε να αποδεικνύουν διαρκώς ότι υπάρχουν, ότι έχουν δικαιώματα, περιουσίες, ιστορία και φωνή.
«Σιωπή», μου είπαν. «Έτσι διαμορφώθηκαν τα σύνορα».
Κοιμήθηκα.
Κι όταν ξύπνησα, περισσότερο από το ένα τρίτο της Κύπρου παρέμενε υπό τουρκική κατοχή. Πρόσφυγες συνέχιζαν να γερνούν με τα κλειδιά των σπιτιών τους στο χέρι και η εισβολή παρουσιαζόταν όλο και συχνότερα ως μία απλή «διαφορά μεταξύ δύο κοινοτήτων».
«Σιωπή», μου είπαν. «Κάποιος συμβιβασμός πρέπει να γίνει».
Κοιμήθηκα.
Κι όταν ξύπνησα, είχε υπογραφεί η Συμφωνία των Πρεσπών. Το όνομα, η γλώσσα και η ταυτότητα είχαν ενταχθεί σε μία συμφωνία που παρουσιάστηκε ως μονόδρομος.
«Σιωπή», μου είπαν. «Μην είσαι μονοφαγάς της Ιστορίας».
Κοιμήθηκα.
Κι όταν ξύπνησα, έμαθα ότι πάνω απ’ όλα προέχουν τα «ήρεμα νερά».
Μόνο που, την ίδια ώρα, τουρκικά πολεμικά πλοία εμφανίζονταν στην περιοχή της Κάσου, αμφισβητώντας έρευνες για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου.
Η ένταση έληξε μέσω διπλωματικών διαύλων, αλλά η τουρκική αμφισβήτηση δεν εξαφανίστηκε.
Καταγράφηκε, δοκιμάστηκε και έμεινε στο τραπέζι.
«Σιωπή», μου είπαν. «Δεν βλέπεις ότι δεν έγινε θερμό επεισόδιο;».
Σαν να αποτελεί πλέον εθνική επιτυχία το γεγονός ότι αποφεύχθηκε η σύγκρουση, ακόμη κι όταν μια τρίτη χώρα εμφανίζεται για να αμφισβητήσει ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Τα «ήρεμα νερά» δεν σταμάτησαν τις διεκδικήσεις
Κοιμόμουν και η Τουρκία ανακήρυξε δύο «εθνικά θαλάσσια πάρκα» στο βορειοανατολικό Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ζώνες που επεκτείνονται πέρα από τα τουρκικά χωρικά ύδατα και επιχειρούν να δημιουργήσουν νέα τετελεσμένα σε περιοχές ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Άρα τα «ήρεμα νερά» δεν εξαφάνισαν τις τουρκικές διεκδικήσεις.
Απλώς χαμήλωσαν τον θόρυβο γύρω από αυτές.
Η Διακήρυξη των Αθηνών δεν άλλαξε την τουρκική στρατηγική. Δεν ακύρωσε το τουρκολιβυκό μνημόνιο, δεν εξαφάνισε τη «Γαλάζια Πατρίδα», δεν σταμάτησε τις αξιώσεις στο Αιγαίο και δεν έδωσε λύση στο Κυπριακό.
Έδωσε, όμως, στην Άγκυρα τη δυνατότητα να εμφανίζεται ως δύναμη διαλόγου, ενώ συνέχιζε να επεκτείνει τις περιφερειακές της συμμαχίες.
Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν υπέγραψαν στη Μέκκα συμφωνία κοινής άμυνας. Μια συμφωνία που προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός κράτους θα θεωρείται επίθεση εναντίον και των τριών.
Η περιοχή αλλάζει.
Συμμαχίες αναδιατάσσονται, στρατιωτικοί άξονες δημιουργούνται και οι μεγάλες δυνάμεις διαπραγματεύονται συμφέροντα χωρίς συναισθηματισμούς.
Κι εμείς;
Αγοράζουμε Rafale, Belharra και F-35 και θεωρούμε ότι τα εξοπλιστικά προγράμματα υποκαθιστούν την εθνική στρατηγική.
Μόνο που τα όπλα χωρίς πολιτική βούληση είναι ακριβές φωτογραφίες σε στρατιωτικές παρελάσεις.
Κοιμήθηκα – Και η κοινωνία γονάτιζε
Κοιμήθηκα.
Κι όταν ξύπνησα, η χώρα είχε δεσμευτεί σε μια διαχείριση χρέους που θα επηρεάζει γενιές Ελλήνων.
«Σιωπή», μου είπαν. «Ζούσαμε πάνω από τις δυνατότητές μας».
Πάντα εμείς.
Ποτέ το πελατειακό κράτος. Ποτέ οι κυβερνήσεις που δανείζονταν. Ποτέ εκείνοι που μοίραζαν δημόσιο χρήμα, διόριζαν ημετέρους και κοινωνικοποιούσαν τις ζημιές.
Κοιμήθηκα.
Κι όταν ξύπνησα, τα παιδιά μας είχαν φύγει στο εξωτερικό.
«Για το καλό τους», μας είπαν.
Σαν να είναι φυσιολογικό μια χώρα να επενδύει στην εκπαίδευση των νέων της και ύστερα να τους εξάγει, επειδή δεν μπορεί να τους προσφέρει αξιοπρεπή εργασία, στέγη και προοπτική.
Κοιμήθηκα.
Κι όταν ξύπνησα, οι τράπεζες που στηρίχθηκαν με δημόσιους πόρους είχαν μεταβιβάσει χιλιάδες δάνεια σε funds και εταιρείες διαχείρισης.
Ο δανειολήπτης έπαψε να είναι πολίτης.
Έγινε αριθμός φακέλου.
Και όταν κάποιος έχανε το σπίτι του, η εύκολη απάντηση ήταν έτοιμη:
«Κακοπληρωτής».
Καμία συζήτηση για τις μειώσεις μισθών, την ανεργία, τα επιτόκια, τις χρεώσεις ή την απουσία πραγματικής προστασίας της πρώτης κατοικίας.
Η ευθύνη πάντα ατομική.
Το κέρδος πάντα ιδιωτικό.
Η ζημιά πάντα κοινωνική.
Κοιμήθηκα – Και το κράτος έγινε επίδομα
Κοιμήθηκα.
Κι όταν ξύπνησα, η αξιοπρεπής εργασία είχε αντικατασταθεί από τα pass.
Food pass, fuel pass, market pass, επιδόματα και προσωρινές ενισχύσεις.
Όχι μόνιμοι αξιοπρεπείς μισθοί.
Όχι φορολογική δικαιοσύνη.
Όχι αντιμετώπιση της ακρίβειας στη ρίζα της.
Ένα ψηφιακό βοήθημα για να επιβιώσει ο πολίτης ακόμη έναν μήνα και μία κυβερνητική ανακοίνωση για να παρουσιαστεί η εξάρτηση ως κοινωνική πολιτική.
Κοιμήθηκα.
Κι όταν ξύπνησα, ο φίλος μου βρέθηκε σε μια Εντατική, μέσα σε ένα υποστελεχωμένο νοσοκομείο, με γιατρούς και νοσηλευτές εξαντλημένους.
Δεν υπήρχε η εξειδικευμένη κλινική που ίσως μπορούσε να του προσφέρει εγκαίρως τη φροντίδα που χρειαζόταν.
«Σιωπή», μου είπαν. «Δεν μπορεί να υπάρχουν όλες οι ειδικότητες παντού».
Σωστά.
Αλλά μπορεί να υπάρχει σχεδιασμός.
Μπορεί να υπάρχει επαρκές προσωπικό.
Μπορεί να υπάρχουν ασφαλείς διακομιδές.
Μπορεί η ανθρώπινη ζωή να μην εξαρτάται από τον ταχυδρομικό κώδικα.
Το 112 δεν είναι ολόκληρη Πολιτική Προστασία
Κοιμόμουν και καίγονταν άνθρωποι, σπίτια και δάση.
«Φταίει ο άνεμος», μου είπαν.
«Φταίει η κλιματική αλλαγή».
Και ασφαλώς η κλιματική κρίση είναι πραγματική. Όπως αναγκαίο είναι και το 112.
Μόνο που ένα μήνυμα εκκένωσης δεν αποτελεί ολοκληρωμένο σύστημα Πολιτικής Προστασίας.
Δεν καθαρίζει τα δάση.
Δεν ανοίγει αντιπυρικές ζώνες.
Δεν συντηρεί τα δίκτυα.
Δεν εξασφαλίζει νερό, οχήματα, προσωπικό και προσβάσεις.
Δεν αποκαθιστά τον άνθρωπο που είδε το σπίτι και το βιός του να γίνονται στάχτη.
Και κυρίως, δεν μπορεί η ανθρώπινη ζωή να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για την εγκατάλειψη της περιουσίας, της παραγωγής και του φυσικού πλούτου.
Κοιμήθηκα – Και η Δημοκρατία άδειαζε
Κοιμήθηκα.
Πήγα για μπάνιο όταν έπρεπε να πάω στην κάλπη.
Είπα ότι «τους σιχάθηκα όλους».
Πίστεψα ότι με την αποχή θα τους τιμωρήσω.
Δεν τους τιμώρησα.
Τους απάλλαξα από την παρουσία μου.
Τους επέτρεψα να αποφασίζουν με λιγότερους πολίτες, λιγότερο έλεγχο και ακόμη μικρότερη κοινωνική νομιμοποίηση.
Η αποχή δεν είναι επανάσταση.
Είναι παραίτηση.
Κοιμήθηκα και είδα τα Τέμπη, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, το Ταμείο Ανάκαμψης, τις εξεταστικές επιτροπές και τις κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες να μετατρέπονται σε έναν μηχανισμό όπου η εξουσία ελέγχει τελικά την ίδια την εξουσία.
Κάθε φορά που ερχόταν η ώρα της ευθύνης, η απάντηση ήταν ίδια:
«Έχουμε την πλειοψηφία».
Λες και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία αποτελεί πιστοποιητικό αθωότητας.
Λες και το Σύνταγμα γράφτηκε για να προστατεύει κυβερνήσεις και όχι τη Δημοκρατία.
Ξύπνησα
Κοιμήθηκα, απουσίασα, αηδίασα, αποσύρθηκα.
Και όσο εγώ κοιμόμουν, άλλοι αποφάσιζαν για την Πατρίδα, την περιουσία, την εργασία, την υγεία και το μέλλον των παιδιών μου.
Μου παρουσίασαν το φαύλο ως αναγκαίο.
Την υποχώρηση ως υπευθυνότητα.
Την εξάρτηση ως ευρωπαϊσμό.
Τη φτώχεια ως δημοσιονομική προσαρμογή.
Την αποχή ως πολιτική στάση.
Τη σιωπή ως σύνεση.
Μα τώρα ξύπνησα.
Και απαιτώ να μη χάσω άλλη Πατρίδα.
Απαιτώ τη Μεταπολίτευση που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ: την πραγματική ρήξη με την οικογενειοκρατία, το πελατειακό κράτος, την ατιμωρησία και την κομματική ιδιοκτησία των θεσμών.
Απαιτώ εθνική στρατηγική που θα διαβάζει έγκαιρα τις διεθνείς μεταβολές και δεν θα περιμένει κάθε τετελεσμένο για να εκδώσει μια ανακοίνωση.
Απαιτώ ηγεσία που θα αξιοποιεί την αποτρεπτική ισχύ της χώρας, θα χτίζει συμμαχίες και θα γνωρίζει ότι ο διάλογος χωρίς κόκκινες γραμμές καταλήγει συχνά σε κατάλογο παραχωρήσεων.
Απαιτώ τους Έλληνες στην Ελλάδα, στην Κύπρο, στη Βόρειο Ήπειρο και σε κάθε γωνιά του κόσμου όρθιους.
Όχι χορτάτους από επιδόματα.
Χορτάτους από αξιοπρέπεια.
Ξύπνησα.
Και αυτή τη φορά δεν ζητώ άδεια για να μιλήσω.

