Η αυτοβιογραφία του πατριάρχη του ρεμπέτικου φωτίζει την Ελλάδα των φτωχών και έναν άνθρωπο που αρνήθηκε να μπει σε ξένο καλούπι
Ο Μάρκος Βαμβακάρης δεν ξεκίνησε τη ζωή του με ένα μπουζούκι στα χέρια και την υπόσχεση της καλλιτεχνικής αναγνώρισης μπροστά του.
Ξεκίνησε από την πείνα.
Από μια οικογένεια στη Σύρο που μετρούσε ακόμη και το ψωμί. Από δύο μόλις τάξεις σχολείου. Από τη βιοπάλη σε ηλικία κατά την οποία τα σημερινά παιδιά βρίσκονται ακόμη στο θρανίο.
Δούλεψε σε κλωστήριο, κουβάλησε εμπορεύματα, πούλησε εφημερίδες, έγινε βοηθός σε μπακάλικο και χαμάλης στο λιμάνι. Έφτασε να σκοτώνει και να γδέρνει ζώα, επειδή το σφαγείο έδινε ένα μεροκάματο λίγο καλύτερο και απομάκρυνε προσωρινά τον φόβο της πείνας.
Αυτή δεν είναι ιστορία από τη βικτωριανή Αγγλία ούτε από κάποια μακρινή χώρα του σημερινού αναπτυσσόμενου κόσμου.
Είναι η Ελλάδα των αρχών του 20ού αιώνα. Η Σύρος και ο Πειραιάς των εργατών, των λιμανιών, των προσφύγων, των τεκέδων και των ανθρώπων που έπρεπε να ενηλικιωθούν πριν προλάβουν να ζήσουν την παιδική τους ηλικία.
Και μέσα από αυτή την Ελλάδα γεννήθηκε ένας από τους ανθρώπους που άλλαξαν οριστικά τον ήχο της χώρας.
Μια αυτοβιογραφία που μιλά από τα κάτω
Η αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη έχει αξία πολύ μεγαλύτερη από μια προσωπική εξομολόγηση. Είναι μια σπάνια μαρτυρία της ζωής των πολλών, ειπωμένη από έναν άνθρωπο που δεν τους παρατήρησε από απόσταση, αλλά υπήρξε ένας από αυτούς.
Στις επίσημες ιστορίες πρωταγωνιστούν συνήθως κυβερνήσεις, στρατηγοί, εκλογές και μεγάλα γεγονότα. Στη διήγηση του Μάρκου πρωταγωνιστούν το μεροκάματο, το νοίκι, η πείνα, η νύχτα, ο έρωτας, το χασίς, οι παρέες, οι καβγάδες, τα καφενεία και η αγωνία της επόμενης ημέρας.
Δεν μιλά με την ασφάλεια του ανθρώπου που γνωρίζει εκ των προτέρων ότι η Ιστορία τον δικαίωσε. Θυμάται απολαβές, συνεργασίες, γυναίκες, τόπους και μουσικές. Πότε υπερηφανεύεται και πότε περνά αμέσως στο επόμενο περιστατικό, σαν να μην αντιλαμβάνεται πλήρως το μέγεθος όσων δημιούργησε.
Αυτή ακριβώς η αμεσότητα κάνει τη μαρτυρία του πολύτιμη. Ο Βαμβακάρης δεν παρουσιάζει έναν αποστειρωμένο καλλιτέχνη, έτοιμο να τοποθετηθεί σε μουσείο.
Παραδίδει έναν άνθρωπο γεμάτο ορμή, ελαττώματα, πάθη, σκληρότητα και τρυφερότητα. Έναν άνθρωπο που δεν ζητά να εξαγνιστεί για να γίνει αποδεκτός.
Δεν κληρονόμησε μια τέχνη – Βοήθησε να γεννηθεί
Η μεγάλη τομή του Μάρκου δεν ήταν απλώς ότι έγραψε σπουδαία τραγούδια. Ήταν ότι πήρε τα διάσπαρτα ακούσματα των λιμανιών και των λαϊκών συνοικιών και συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση μιας νέας μουσικής γλώσσας.
Το ρεμπέτικο δεν εμφανίστηκε ως προϊόν σαλονιού ούτε σχεδιάστηκε από κάποιον πολιτιστικό μηχανισμό. Αναδύθηκε από ζωές κυνηγημένες και σκληρές, από κοινότητες που η επίσημη κοινωνία προτιμούσε να κρατά στο περιθώριο.
Ο Μάρκος έδωσε σε αυτόν τον κόσμο ρυθμό, λόγο και φωνή.
Χωρίς εκείνον, η μεταγενέστερη διαδρομή του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού θα ήταν διαφορετική. Η δημιουργία του άνοιξε δρόμο πάνω στον οποίο βάδισαν τεράστιες μορφές της μουσικής, από τον Βασίλη Τσιτσάνη έως τους συνθέτες που ένωσαν τη λαϊκή παράδοση με την ποίηση, το θέατρο και τον κινηματογράφο.
Η «Φραγκοσυριανή» αρκεί για να του εξασφαλίσει μια θέση στην αθανασία. Η πραγματική του προσφορά, όμως, είναι ευρύτερη: απέδειξε ότι η εμπειρία του φτωχού, του εργάτη και του περιθωριοποιημένου μπορούσε να γίνει μεγάλη τέχνη χωρίς να απαρνηθεί την καταγωγή της.
Η αλήθεια του δεν ήταν τακτοποιημένη
Ο Βαμβακάρης δεν υπήρξε άγιος και δεν χρειάζεται να μετατραπεί σε έναν.
Έζησε με καταχρήσεις, θυελλώδεις έρωτες, συγκρούσεις και αντιφάσεις. Υπήρξε άνισος ως δημιουργός, όπως συμβαίνει με πολλούς ανθρώπους που παράγουν ασταμάτητα. Δίπλα στα αριστουργήματα υπήρχαν και τραγούδια που σήμερα μπορεί να προκαλούν χαμόγελο.
Αυτό, όμως, δεν μικραίνει τη μορφή του. Την κάνει αληθινότερη.
Η ανάγκη μας να εξαγνίζουμε τους μεγάλους νεκρούς συχνά καταλήγει να τους αφαιρεί ό,τι τους έκανε ζωντανούς. Ο Μάρκος δεν έγινε σημαντικός επειδή ήταν αλάνθαστος.
Έγινε επειδή μετέτρεψε μια ζωή σκληρή, ακατέργαστη και συχνά αυτοκαταστροφική σε μουσική που μίλησε σε εκατομμύρια ανθρώπους.
Όταν έπεσαν τα φώτα, δεν προσκύνησε
Η πιο αποκαλυπτική πλευρά του χαρακτήρα του φάνηκε όταν η εποχή έμοιαζε να τον προσπερνά.
Στη δεκαετία του 1950, όταν η μουσική αγορά άλλαζε και ο ίδιος βρέθηκε στο περιθώριο, δεν επιχείρησε να μεταμφιεστεί για να γίνει αρεστός. Δεν έσβησε το παρελθόν του και δεν παρακάλεσε να αναγνωριστεί η προσφορά του.
Πήρε ξανά το μπουζούκι και βγήκε να παλέψει για το μεροκάματο, ακόμη κι όταν το όργανο αντιμετωπιζόταν περιφρονητικά και η υγεία του είχε ήδη πληγεί από μια ζωή κακουχιών.
Εκεί βρίσκεται ίσως το βαθύτερο μάθημά του.
Όχι στη φτώχεια – η φτώχεια δεν εξαγνίζει και δεν πρέπει να εξωραΐζεται. Ούτε στις στερήσεις – οι στερήσεις συντρίβουν πολύ περισσότερους ανθρώπους από όσους ατσαλώνουν.
Το μάθημα βρίσκεται στην άρνηση της υποταγής. Στην απόφαση να ακούς την εσωτερική σου φωνή ακόμη κι όταν δεν σε χειροκροτεί κανείς. Να πληρώνεις το τίμημα των επιλογών σου χωρίς να ζητάς από τον κόσμο να σου χαρίσει τον λογαριασμό.
Ο Μάρκος ως απάντηση στη σημερινή απονέκρωση
Η σημερινή εποχή δεν διαθέτει τα σφαγεία, τα λιμάνια και την εξαθλίωση της νεότητας του Βαμβακάρη με την ίδια μορφή. Διαθέτει, όμως, άλλους μηχανισμούς συμμόρφωσης.
Ζητά από τον δημιουργό να γίνει προϊόν. Από τον άνθρωπο να γίνει προφίλ. Από την ιδιαιτερότητα να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της αγοράς, της εικόνας και της στιγμιαίας αποδοχής.
Η σύγκρουση συχνά δεν απαγορεύεται· απλώς συσκευάζεται, διαφημίζεται και τελικά αφοπλίζεται.
Ο Μάρκος θυμίζει ότι η αυθεντικότητα δεν είναι αισθητική επιλογή ούτε σύνθημα για ανάρτηση. Είναι στάση που έχει κόστος.
Σημαίνει ότι δεν αλλάζεις δέρμα κάθε φορά που αλλάζει η μόδα. Ότι δεν αρνείσαι τον κόσμο από τον οποίο προέρχεσαι για να αποκτήσεις θέση στον κόσμο που σε αποδέχεται.
Γι’ αυτό η αυτοβιογραφία του παραμένει πολύτιμη. Όχι επειδή μας καλεί να νοσταλγήσουμε μια εποχή φτώχειας και βίας, αλλά επειδή μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα δύσκολο ερώτημα:
Μέσα σε μια κοινωνία που μας εκπαιδεύει να χωράμε παντού, πόσοι αντέχουμε ακόμη να μη χωρέσουμε εκεί όπου θα χάσουμε τον εαυτό μας;
Ο Μάρκος Βαμβακάρης έδωσε τη δική του απάντηση με ολόκληρη τη ζωή του.
Και γι’ αυτό δεν χρειάζεται προστασία από τη λήθη.
Χρειάζεται να συνεχίσει να μας ταρακουνά.

