Στη συζήτηση των ασφαλιστικών μέτρων για το έργο των καλωδίων υπερυψηλής τάσης στον Μύτικα, συγκρούστηκαν δύο κόσμοι: από τη μία η γνωστή επίκληση του «δημόσιου συμφέροντος», από την άλλη η αγωνία μιας τοπικής κοινωνίας που βλέπει την υγεία, το περιβάλλον και την καθημερινότητά της να μπαίνουν στη ζυγαριά ως παράπλευρες απώλειες.
Το πολιτικό πρόβλημα, όμως, είναι αλλού. Γιατί όσο κι αν σήμερα περισσεύουν οι παρουσίες, οι δηλώσεις και οι συμπαραστάσεις, μένει όρθιο ένα ερώτημα που καίει: ποιοι επέτρεψαν να φτάσει το έργο στο 95% και τώρα εμφανίζονται δίπλα στους κατοίκους σαν να μην ήξεραν;
Το “δημόσιο συμφέρον” ως πλυντήριο
Οι δικηγόροι του έργου επανέλαβαν το γνωστό μοτίβο:
το έργο είναι μεγάλης σημασίας, εξυπηρετεί την ενεργειακή διασύνδεση, δεν υπάρχει πιθανολογούμενος κίνδυνος, οι ενστάσεις δεν στέκουν, οι άδειες υπάρχουν, το ΣτΕ έχει ήδη κρίνει.
Με απλά λόγια;
Όταν η διοίκηση, οι εταιρείες και ο μηχανισμός θέλουν να περάσουν ένα έργο, το «δημόσιο συμφέρον» βαφτίζεται υπέρτατο και όλα τα υπόλοιπα — ανησυχία κατοίκων, επιστημονικές επιφυλάξεις, εναλλακτικές όδευσης, δικαίωμα στην πρόληψη — αντιμετωπίζονται περίπου σαν ενόχληση.
Μόνο που η υγεία μιας τοπικής κοινωνίας δεν είναι υποσημείωση καμίας επένδυσης και κανενός σχεδιασμού.
Ο Μύτικας δεν είναι πειραματόζωο
Η άλλη πλευρά έθεσε το θέμα εκεί ακριβώς όπου πονάει:
στην αρχή της πρόληψης, στην προστασία της υγείας, στην ανθρώπινη αξία, στην εύλογη ανησυχία για μόνιμη και καθημερινή έκθεση κατοίκων σε ένα φορτίο που δεν μπορεί να “κλείσει”, όπως μια οικιακή συσκευή.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία:
οι κάτοικοι δεν ζητούν να σταματήσει η ενέργεια. Ζητούν να μη μετατραπεί ο οικισμός τους σε διάδρομο διέλευσης 400.000 βολτ μέσα στον αστικό ιστό, λες και πρόκειται για ουδέτερο τεχνικό πείραμα χωρίς κοινωνικές συνέπειες.
Όταν υπάρχει έστω και η παραμικρή τεκμηριωμένη αμφιβολία, η υπεύθυνη στάση δεν είναι «προχωράμε και βλέπουμε».
Η υπεύθυνη στάση είναι μία: σταματάμε, επανεξετάζουμε, προστατεύουμε.
Η μεγάλη υποκρισία των όψιμα ευαίσθητων
Και τώρα το πιο βαρύ πολιτικό ερώτημα:
πού ήταν όλοι όταν δινόταν η άδεια;
Πού ήταν όταν εγκρινόταν η τομή;
Πού ήταν όταν άνοιγε η τάφρος;
Πού ήταν όταν το έργο προχωρούσε βήμα-βήμα μέσα στον οικιστικό ιστό;
Διότι αν ο Δήμος είχε εγκρίνει παλαιότερα και αν το έργο έχει ήδη φτάσει στο 95%, τότε κανείς δεν δικαιούται να παριστάνει σήμερα τον αιφνιδιασμένο.
Η κοινωνία δεν έχει μνήμη χρυσόψαρου. Ξέρει πολύ καλά τη διαφορά ανάμεσα σε εκείνον που προλαμβάνει και σε εκείνον που εμφανίζεται αφού πρώτα άφησε το πρόβλημα να θεριέψει.
Η όψιμη ευαισθησία δεν είναι πολιτική αρετή.
Είναι, συνήθως, πανικός μπροστά στο κόστος της κατακραυγής.
Στον Μύτικα δεν έχουμε απλώς μια δικαστική μάχη για καλώδια. Έχουμε το γνώριμο ελληνικό έργο εξουσίας: πρώτα υπογράφουν, μετά σιωπούν, ύστερα βλέπουν την κοινωνία να ξεσηκώνεται και στο τέλος τρέχουν να φωτογραφηθούν δίπλα της.
Μόνο που αυτή τη φορά το παραμύθι δεν περνάει τόσο εύκολα. Γιατί όταν έχεις αφήσει ένα τέτοιο έργο να φτάσει σχεδόν στο τέλος, δεν μπορείς να ζητάς χειροκρότημα επειδή εμφανίστηκες την τελευταία στιγμή.
Ο Μύτικας δεν ζητά συμπόνια. Ζητά αλήθεια, ευθύνη και λογοδοσία. Και το πιο βαρύ καλώδιο απ’ όλα δεν είναι αυτό που μπήκε στη γη — είναι αυτό που δένει πλέον πολιτικά όσους το άφησαν να περάσει.

