Μετά την άρση ασυλίας 13 βουλευτών και ενώ έχουν ήδη διαβιβαστεί τρεις δικογραφίες για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η πολιτική πίεση δεν υποχωρεί αλλά κλιμακώνεται. Νέα έρευνα φαίνεται να σχηματίζεται, ενώ στο δημόσιο πεδίο κυκλοφορούν ήδη πληροφορίες για ακόμη βαρύτερη συνέχεια.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι πια ένα ακόμα επεισόδιο φθοράς. Είναι ένα πολιτικό έπος παρακμής, με κεφάλαια που ανοίγουν το ένα μετά το άλλο και με κάθε νέα δικογραφία να σβήνει λίγο περισσότερο το τελευταίο φύλλο συκής του συστήματος. Η Βουλή ψήφισε ήδη υπέρ της άρσης ασυλίας 13 βουλευτών που αναφέρονται στις δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ενώ η ίδια η δημόσια εικόνα της υπόθεσης δείχνει ότι δεν βρισκόμαστε στο τέλος, αλλά μάλλον στη μέση της διαδρομής.
Μέχρι αυτή τη στιγμή, το βέβαιο είναι ότι έχουν ήδη φτάσει τρεις νέες δικογραφίες στη Βουλή για την υπόθεση διασπάθισης ευρωπαϊκών πόρων, ενώ στις 2 Απριλίου έγινε γνωστή και τρίτη δικογραφία που αφορούσε δύο ακόμη βουλευτές, με παράλληλη αναφορά και σε πέντε πρώην βουλευτές που δεν καλύπτονται πλέον από ασυλία. Αυτό από μόνο του αρκεί για να καταρρεύσει το παραμύθι περί «μεμονωμένων περιπτώσεων». Όταν η ροή των δικογραφιών γίνεται συνεχής, δεν μιλάς για ατυχές περιστατικό. Μιλάς για μηχανισμό.
Και τώρα έρχεται το πιο ανησυχητικό: σύμφωνα με σημερινό δημοσίευμα στα ΝΕΑ, νέα δικογραφία που σχηματίζεται για τις παράνομες επιδοτήσεις του 2022 φέρεται να περιλαμβάνει ακόμη έναν πρώην κορυφαίο υπουργό και 5-6 βουλευτές, σχεδόν όλοι από τη ΝΔ. Παράλληλα, σε δημόσιες δηλώσεις που αναπαράχθηκαν σήμερα, γίνεται λόγος ακόμη και για έξι νέες δικογραφίες συνολικά, με μια επόμενη «πάρα πολύ βαριά» να αφορά πολιτικά πρόσωπα, υπουργούς, βουλευτές και υπηρεσιακούς παράγοντες για την περίοδο 2022-2025. Αυτό το τελευταίο δεν αποτελεί επίσημη επιβεβαίωση της Δικαιοσύνης· είναι όμως αρκετό για να δείξει τι φοβάται ήδη το πολιτικό σύστημα.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ουσία. Το σκάνδαλο δεν φθείρει απλώς πρόσωπα. Φθείρει το ίδιο το αφήγημα της εξουσίας. Γιατί κάθε νέα δικογραφία δεν χτυπά μόνο ονόματα· χτυπά τη βαθύτερη λογική ενός κράτους που έμαθε να λειτουργεί με τηλεφωνήματα, διευθετήσεις, εξυπηρετήσεις και «τακτοποιήσεις» πάνω σε κοινοτικό χρήμα. Και όταν αυτό το χρήμα είναι ευρωπαϊκό, το θέμα παύει να είναι εσωκομματικό ή επικοινωνιακό. Γίνεται ζήτημα θεσμικής επιτήρησης, διεθνούς διασυρμού και βαθιάς πολιτικής απονομιμοποίησης.
Αν, λοιπόν, η «ΟΠΕΚΕΠΕιάδα» αποδειχθεί πράγματι εξαμερής, τότε σήμερα δεν είμαστε στο φινάλε. Είμαστε μόλις στο σημείο όπου το έργο αλλάζει τόνο: από σκάνδαλο διαχείρισης σε κατηγορητήριο καθεστώτος. Και τότε η επόμενη ραψωδία δεν θα είναι απλώς η πιο βαριά. Θα είναι εκείνη που θα δείξει αν το σύστημα έχει ακόμη άμυνες ή αν έχει ήδη αρχίσει να καταρρέει από το ίδιο του το βάρος.
Η τρίτη ραψωδία άνοιξε. Κι αν η τέταρτη είναι πράγματι αυτή που ψιθυρίζεται, τότε το πρόβλημα δεν θα είναι πια ποιοι εκτέθηκαν — αλλά πόσοι ήξεραν, πόσοι κάλυψαν και πόσο βαθιά ήταν στημένο το παιχνίδι.

