Ο Αντώνης Σαμαράς είναι ένας περίπλοκος, αναμφισβήτητα ταλαντούχος, πολιτικός. Γεμάτος αντιφάσεις, δεν ακολούθησε ποτέ τον «ορθόδοξο» δρόμο για να πετύχει αυτό που ήθελε. Από τη μία ήταν το απόλυτο προϊόν του πλέον παραδοσιακού ελληνικού κατεστημένου. Μεγάλωσε με τη βαριά παρακαταθήκη μιας ιστορικής οικογένειας, αλλά και τη χαλύβδινη φιλοδοξία παιδιόθεν να κυβερνήσει μια μέρα τον τόπο. Ανήκε στην ελίτ και ταυτόχρονα, ενδεχομένως για να αποτινάξει την αριστοκρατική «ρετσινιά», πίστευε ότι ο πολιτικός για να πετύχει πρέπει να ακολουθεί με προσήλωση τα εδραιωμένα ήθη και έθιμα, όχι να δείχνει τον τρόπο και τον δρόμο για να αλλάξουν.
Εμοιαζε να είναι γεννημένος για να γίνει υπουργός Εξωτερικών: γλώσσες, άνεση στα σαλόνια και στα γήπεδα του τένις, μόρφωση, εξαιρετικές προσωπικές διασυνδέσεις σε όλο τον κόσμο. Μια σημερινή «θανάσιμη» αντίπαλός του τον έδειχνε σε συνδαιτυμόνες της σε κάποια εκδήλωση στο εξωτερικό, σχολιάζοντας: «Πόσες χώρες έχουν έναν τέτοιο υπουργό Εξωτερικών, υλικό Κένεντι». Η αλήθεια είναι πως αν ο κ. Σαμαράς είχε ακολουθήσει την πεπατημένη θα είχε γίνει πρωθυπουργός στα 42 του, όχι στα 61. Επένδυσε όμως στο ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων και εν συνεχεία ανέτρεψε την κυβέρνηση της Ν.Δ. Και τα δύο κόστισαν στη χώρα. Η Ελλάδα ξόδεψε στρατηγικό κεφάλαιο που χρειαζόταν για να αντιμετωπίσει την Τουρκία και κλείστηκε στο καβούκι της στα Βαλκάνια. Και βέβαια συνέβη το παράδοξο, ο πολιτικός που θεωρούσε ότι καβαλώντας το κύμα θα κέρδιζε πολιτικά, βρέθηκε για μεγάλο διάστημα στην έρημο. Με πείσμα, βασισμένος σε ένα απίστευτο δίκτυο «λιανικής πολιτικής», επιβίωσε και πέτυχε ένα από εκείνα τα μοναδικά comebacks της ελληνικής πολιτικής ιστορίας, που ήταν αποτέλεσμα μιας ακόμη ενδονεοδημοκρατικής καραμπόλας με πρωταγωνιστές «καραμανλικούς», «μητσοτακικούς» και τον Σαμαρά σε ρόλο καταλύτη.
Ως αρχηγός της Ν.Δ. ακολούθησε τον εύκολο δρόμο. Είχε εν μέρει δίκιο στην κριτική του στη συνταγή των μνημονίων, αλλά πήγε πολύ παραπέρα, καβαλώντας χωρίς όρια το κύμα του αντιμνημονιακού λαϊκισμού. Η Ν.Δ. πήγε στο 18,85%. Κέρδισε τις δεύτερες εκλογές και ακολούθησαν δυόμισι χρόνια σκληρής δουλειάς, που έβαλαν τις βάσεις για να βγούμε από τα μνημόνια, να αποκατασταθεί το κύρος της χώρας διεθνώς και να πειστούν προσωπικά ξένοι επενδυτές να εμπιστευθούν ξανά την Ελλάδα. Εχασε τον δρόμο προς το τέλος, όταν οι σειρήνες του λαϊκισμού ήταν ανυπόφορα σαγηνευτικές, αλλά όλοι του αναγνώρισαν τον κρίσιμο ρόλο που έπαιξε, και μάλιστα με προσωπικό κόστος. Επειδή όμως το χούι της γεμάτης καρδάρας δύσκολα φεύγει, ήλθε εκείνη η πολύ κακή στιγμή που επέλεξε να κάνει κάτι που κανείς πολιτικός, ειδικά μάλιστα ένας αστός πολιτικός με μακρά παράδοση πίσω του, δεν κάνει. Δεν παρέδωσε στον διάδοχό του. Ηταν ίσως μία από αυτές τις ανεξήγητες στιγμές που το πολιτικό θάρρος θα τόνωνε ασύμμετρα την υστεροφημία του, αλλά, δυστυχώς για εκείνον, επικράτησαν οι «δαίμονες».
Ακολούθησαν η σκληρή, κάποιες φορές θεμιτή, αλλά συχνά χολερική, κριτική στον σημερινό πρωθυπουργό, η διαγραφή, οι βαριές κουβέντες δίχως ίχνος αυτοκριτικής για το παρελθόν ή εξηγήσεις γιατί, π.χ., δεν επεκτάθηκαν κάπου τα ελληνικά χωρικά ύδατα επί των ημερών του.
Πιθανώς αυτά να είχαν αποφευχθεί εάν και ο κ. Μητσοτάκης σήκωνε κάποιες φορές το τηλέφωνο για να επικοινωνήσει με τους προκατόχους του. Στο τέλος της ημέρας, όμως, επρόκειτο για μια βαθιά προσωπική κόντρα, που οδήγησε ακόμη και σε συμμαχία με παράγοντες τους οποίους μερικά χρόνια πριν κατηγορούσε ότι βρίσκονταν πίσω από μια σκευωρία εξόντωσής του. Η μοίρα επεφύλασσε και μια τραγωδία, για την οποία πόνεσε μαζί με την οικογένειά του όλη η Ελλάδα, χωρίς καμία εξαίρεση.
Ο κ. Σαμαράς βρίσκεται σήμερα στα πρόθυρα ίδρυσης ενός ακόμη κόμματος. Η Ιστορία θα περιμένει την εξέλιξη των πραγμάτων και θα κρίνει στον δύσκολο στίβο της υστεροφημίας ποιος τίτλος θα επικρατήσει με το πέρασμα του χρόνου: του statesman ή του παλαιοκομματικού πολιτικού. Και για τους δύο ήταν, πάντως, απολύτως έτοιμος από πολύ νέος.
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

