Η Ισπανία απαντά στην Ιταλία με ελέγχους σε πτήσεις και πλοία έως τις 7 Σεπτεμβρίου, καθώς η μεταναστευτική κρίση στη Θέουτα εξελίσσεται σε ανοιχτή πολιτική και διπλωματική αντιπαράθεση.
Σε προσωρινούς συνοριακούς ελέγχους για όσους φθάνουν από την Ιταλία προχωρεί η Ισπανία, μεταφέροντας πλέον τη σύγκρουση των δύο χωρών από τις κυβερνητικές ανακοινώσεις στα αεροδρόμια και στα λιμάνια.
Το μέτρο τίθεται σε ισχύ από τα μεσάνυχτα του Σαββάτου 8 Αυγούστου και θα παραμείνει ενεργό έως τις 7 Σεπτεμβρίου. Θα αφορά επιβάτες πτήσεων και πλοίων που αναχωρούν από την Ιταλία με προορισμό την Ισπανία.
Οι ισπανικές αρχές θα μπορούν να ελέγχουν ταυτότητες, διαβατήρια, ιθαγένεια και, για τους πολίτες τρίτων χωρών, θεωρήσεις εισόδου ή άδειες διαμονής. Οι ταξιδιώτες θα πρέπει να έχουν μαζί τους όλα τα απαραίτητα έγγραφα και να υπολογίζουν πιθανές καθυστερήσεις κατά την άφιξή τους.
Δεν πρόκειται για γενικό κλείσιμο των ισπανικών συνόρων ούτε για απαγόρευση ταξιδιών. Πρόκειται, όμως, για επαναφορά ελέγχων στο εσωτερικό της ζώνης Σένγκεν, σε μία περίοδο αυξημένης τουριστικής κίνησης και με προφανείς συνέπειες για χιλιάδες επιβάτες.
Η απάντηση της Μαδρίτης στη Ρώμη
Η απόφαση της κυβέρνησης του Πέδρο Σάντσεθ αποτελεί ευθεία απάντηση στην Ιταλία, η οποία είχε προηγουμένως επιβάλει ελέγχους σε ταξιδιώτες που έφθαναν από την Ισπανία, επικαλούμενη λόγους ασφάλειας και τη μεγάλη μεταναστευτική πίεση που εκδηλώθηκε στη Θέουτα.
Η Ρώμη συνέδεσε τη στάση της με τη μαζική είσοδο περίπου 72.000 ανθρώπων στον ισπανικό θύλακα της Βόρειας Αφρικής στις 30 Ιουλίου. Η Μαδρίτη υποστηρίζει ότι το ιταλικό μέτρο βασίστηκε σε υπερβολικούς φόβους, καθώς η Θέουτα δεν αποτελεί τμήμα του χώρου ελεύθερης κυκλοφορίας της Σένγκεν και περίπου 70.000 από όσους πέρασαν τα σύνορα επέστρεψαν ήδη στο Μαρόκο.
Πίσω από τις επίσημες διατυπώσεις περί «μεταναστευτικής πίεσης», δύσκολα κρύβεται ο ανταποδοτικός χαρακτήρας της ισπανικής απόφασης. Η μία κυβέρνηση επιβάλλει ελέγχους στην άλλη και η δεύτερη απαντά με το ίδιο νόμισμα. Έτσι, ένα ζήτημα που κανονικά θα απαιτούσε συντονισμό μετατρέπεται σε ευρωπαϊκό μπρα ντε φερ.
Δύο διαφορετικές πολιτικές για το μεταναστευτικό
Η σύγκρουση δεν περιορίζεται στα τεχνικά μέτρα των συνοριακών αρχών. Αντανακλά τη βαθιά πολιτική απόσταση ανάμεσα στην κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι και στην κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ.
Η Ιταλίδα πρωθυπουργός έχει οικοδομήσει μεγάλο μέρος της πολιτικής της ταυτότητας πάνω στη σκληρή γραμμή για τη μετανάστευση και στην ενίσχυση των ελέγχων. Ο Ισπανός πρωθυπουργός υπερασπίζεται μία πιο ευέλικτη προσέγγιση, με έμφαση στη διαχείριση των ροών, στις επιστροφές και στην ευρωπαϊκή συνεργασία.
Η διαφορά αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερο πολιτικό βάρος, καθώς και οι δύο χώρες κατευθύνονται προς βουλευτικές εκλογές μέσα στο 2027. Κάθε απόφαση για το μεταναστευτικό απευθύνεται πλέον όχι μόνο στις Βρυξέλλες και στις γειτονικές κυβερνήσεις, αλλά και στο εσωτερικό εκλογικό ακροατήριο κάθε χώρας.
Η Σένγκεν στη μέση μιας πολιτικής αντιπαράθεσης
Το πραγματικό πρόβλημα ξεπερνά τις σχέσεις Ισπανίας και Ιταλίας. Όταν δύο μεγάλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης χρησιμοποιούν τους προσωρινούς συνοριακούς ελέγχους ως μέσο πολιτικής πίεσης η μία προς την άλλη, το κόστος μεταφέρεται στην αξιοπιστία της ίδιας της Σένγκεν.
Η ελεύθερη μετακίνηση αποτελεί ένα από τα πιο χειροπιαστά ευρωπαϊκά κεκτημένα. Δεν μπορεί, όμως, να θεωρείται αυτονόητη όταν κάθε μεταναστευτική κρίση μετατρέπεται σε αφορμή για μονομερείς κινήσεις, αντί για κοινή φύλαξη των εξωτερικών συνόρων και συντονισμένη ευρωπαϊκή πολιτική.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσο θα διαρκέσουν οι έλεγχοι μεταξύ Ισπανίας και Ιταλίας. Είναι αν η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να διαχειριστεί μία κρίση στα εξωτερικά της σύνορα χωρίς να αρχίσει να υψώνει νέα σύνορα στο εσωτερικό της

