Οι ναυτεργάτες φώναξαν το αυτονόητο: κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να εξαναγκάζεται, άμεσα ή έμμεσα, να υπογράφει ότι δέχεται «οικειοθελώς» να σταλεί σε εμπόλεμη ζώνη. Αυτό δεν είναι ελευθερία επιλογής. Είναι εργοδοτικός εκβιασμός με φόντο τον πόλεμο.
Και τι απάντησε η κυβέρνηση; Ούτε καθαρό «ναι» στην προστασία των ναυτικών, ούτε καθαρό «όχι» στους εφοπλιστές. Μόνο υπεκφυγές, γενικόλογες αναφορές σε «κανόνες» και μια πολιτική σιωπή που τελικά λειτουργεί ως κάλυψη.
Το αυτονόητο έγινε “δύσκολη ερώτηση”
Οι ναυτεργάτες δεν ζήτησαν κάτι παράλογο.
Ζήτησαν άμεσο απεγκλωβισμό των πληρωμάτων που βρίσκονται ήδη στην περιοχή και να σταματήσει η αποστολή ναυτικών σε εμπόλεμες ζώνες.
Απέναντι σε αυτό το απολύτως στοιχειώδες αίτημα, η κυβέρνηση δεν τόλμησε να πει μια καθαρή φράση:
ότι η ζωή του ναυτικού είναι πάνω από το εμπορικό ρίσκο και πάνω από τα κέρδη της ναυτιλίας.
Αντί γι’ αυτό, επέλεξε να κρυφτεί πίσω από τη φράση ότι «δεν είναι δική μας δουλειά να αξιολογήσουμε μια καταγγελία».
Μα εδώ δεν μιλάμε για μια αφηρημένη καταγγελία. Μιλάμε για πλοία, πληρώματα και πραγματικό πόλεμο.
Η κυβέρνηση δεν απάντησε ποτέ στο βασικό
Το ερώτημα ήταν καθαρό:
μπορούν ή όχι οι εφοπλιστές να στέλνουν Έλληνες ναυτικούς στα Στενά του Ορμούζ και γενικά σε εμπόλεμες ζώνες;
Η απάντηση δεν ήρθε ποτέ.
Αντί για θέση, ακούσαμε για «γενικούς κανόνες» που υποτίθεται ότι υπάρχουν σε έκτακτες συνθήκες, χωρίς να διευκρινιστεί ποιοι είναι, τι προβλέπουν και πώς προστατεύουν τον εργαζόμενο.
Αυτό δεν είναι ενημέρωση.
Είναι πολιτική ομίχλη.
Είναι η γνώριμη τεχνική με την οποία μια κυβέρνηση αποφεύγει να συγκρουστεί με την ισχυρή πλευρά και αφήνει εκτεθειμένο τον αδύναμο.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, όταν δεν λες καθαρά τι απαγορεύεται και τι επιτρέπεται, ο μόνος που μένει ακάλυπτος είναι ο ναυτικός.
Όταν το ρίσκο των εφοπλιστών γίνεται κίνδυνος των πληρωμάτων
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο δεν είναι μόνο η σιωπή.
Είναι η νοοτροπία που ξεπροβάλλει πίσω από αυτήν: ότι η ελληνική ναυτιλία «γιγαντώθηκε με το ρίσκο» και ότι το ρίσκο πάει μαζί με τα κέρδη.
Όμως εδώ υπάρχει ένα κρίσιμο πολιτικό και ηθικό ερώτημα:
ποιος παίρνει το κέρδος και ποιος πληρώνει το ρίσκο;
Οι εφοπλιστές εισπράττουν.
Τα πληρώματα εκτίθενται.
Και η κυβέρνηση, αντί να χαράξει κόκκινη γραμμή, δηλώνει γενικά ότι προτεραιότητα είναι «η ασφάλεια του εργαζομένου», την ώρα που αποφεύγει να το αποδείξει με μία ξεκάθαρη πολιτική απόφαση.
Αυτό δεν είναι ουδετερότητα.
Είναι επιλογή.
Και είναι επιλογή υπέρ των ισχυρών.

Όταν ένας ναυτικός καλείται να υπογράψει «οικειοθελώς» ότι δέχεται να σταλεί στον πόλεμο, δεν μιλάμε για ελεύθερη βούληση. Μιλάμε για κράτος που κάνει ότι δεν βλέπει, για κυβέρνηση που κάνει ότι δεν ακούει και για μια εξουσία που, μπροστά στους εφοπλιστές, ξεχνά ακόμη και το αυτονόητο: ότι η ανθρώπινη ζωή δεν είναι ναυλοσύμφωνο.

