Την ώρα που η κοινωνία στενάζει από την ακρίβεια, το Πάσχα πλησιάζει για χιλιάδες νοικοκυριά χωρίς ανάσα και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δοκιμάζεται καθημερινά, η κυβέρνηση κατάφερε ξανά να προκαλέσει οργή όχι με μια πράξη δικαιοσύνης, αλλά με μια φράση αλαζονείας.
Η δήλωση του υπουργού Δικαιοσύνης ότι «στο δικαστήριο δεν προβλέπονται θέσεις για εν δυνάμει πολιτικούς αρχηγούς», με αφορμή την παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού, δεν ήταν ένα απλό γλωσσικό ολίσθημα. Ήταν μια πολιτική αποκάλυψη. Γιατί σε μια δημοκρατία, όταν η εξουσία αρχίζει να σχολιάζει ποιος “δικαιούται” χώρο στη δημόσια σφαίρα, το πρόβλημα δεν είναι η φράση. Είναι η νοοτροπία πίσω από αυτήν.
Η φράση που πρόδωσε την αλαζονεία
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να καταλάβει κανείς γιατί αυτή η δήλωση προκάλεσε τόσο ισχυρές αντιδράσεις. Όταν ένας υπουργός Δικαιοσύνης επιλέγει να απαντήσει όχι επί της ουσίας, αλλά με υπαινιγμούς για πολιτικές φιλοδοξίες, τότε παύει να υπερασπίζεται θεσμούς και αρχίζει να χτίζει αφήγημα απαξίωσης.
Το ζήτημα δεν είναι αν κάποιος είναι ή δεν είναι «εν δυνάμει πολιτικός αρχηγός». Το ζήτημα είναι ότι απέναντι στη Δικαιοσύνη όλοι οι πολίτες οφείλουν να είναι ίσοι, χωρίς υπαινιγμούς, χωρίς πολιτικά καρφιά, χωρίς ρόλους που τους αποδίδει η εξουσία για να μειώσει την παρουσία τους.
Η φράση δεν ακούστηκε ως θεσμική αποσαφήνιση. Ακούστηκε ως επιχείρηση απομείωσης. Και όταν η κυβέρνηση μιλά έτσι σε μια τόσο φορτισμένη υπόθεση, η κοινωνία δεν ακούει απλώς λόγια. Ακούει περιφρόνηση.
Η στήριξη που έκανε χειρότερα τα πράγματα
Αντί η κυβέρνηση να κλείσει γρήγορα το θέμα με μια καθαρή αποστασιοποίηση, επέλεξε την πλήρη πολιτική κάλυψη. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος στήριξε τον υπουργό, επιβεβαιώνοντας ότι το Μαξίμου δεν βλέπει πρόβλημα ούτε στο ύφος ούτε στο μήνυμα.
Και κάπου εκεί η υπόθεση έπαψε να αφορά μόνο μια ατυχή δήλωση. Μετατράπηκε σε συνολική εικόνα εξουσίας. Σε ένα σύστημα που δεν δείχνει να καταλαβαίνει πως υπάρχουν στιγμές όπου η σιωπή, η σοβαρότητα και ο σεβασμός είναι πολιτικά πιο έντιμα από την επικοινωνιακή άμυνα.
Γιατί όταν μια κυβέρνηση σπεύδει να καλύψει κάθε αλαζονική διατύπωση των στελεχών της, δίνει το δικό της σήμα στην κοινωνία: ότι δεν την ενδιαφέρει να ακούσει την οργή, αλλά να τη διαχειριστεί επικοινωνιακά. Ότι δεν την απασχολεί η ουσία της πληγής, αλλά η αντοχή του αφηγήματός της.
Η κοινωνία δεν αντέχει άλλη κανονικοποίηση της αλαζονείας
Η πιο επικίνδυνη διάσταση αυτής της ιστορίας είναι ακριβώς η προσπάθεια να παρουσιαστεί όλο αυτό ως «κανονικό». Σαν να ήταν ένα ακόμη πολιτικό επεισόδιο. Σαν να πρόκειται απλώς για έναν οξύ διάλογο της επικαιρότητας. Δεν είναι έτσι.
Σε περιόδους κοινωνικής πίεσης, φτώχειας, οργής και απαξίωσης των θεσμών, οι λέξεις έχουν βάρος. Και οι κυβερνητικές λέξεις έχουν διπλό βάρος. Όταν λοιπόν ο πολίτης αισθάνεται ότι δεν τον ακούνε στο σούπερ μάρκετ, στο ρεύμα, στο ενοίκιο, στη ζωή του ολόκληρη, τότε μια τέτοια δήλωση λειτουργεί σαν επιβεβαίωση ότι δεν τον σέβονται ούτε όταν ζητά δικαιοσύνη.
Η κανονικότητα της δημόσιας ζωής δεν προστατεύεται με ειρωνείες, ούτε με πολιτικούς υπαινιγμούς, ούτε με κυβερνητικά “πλυντήρια”. Προστατεύεται όταν η εξουσία καταλαβαίνει τα όριά της. Και κυρίως όταν θυμάται ότι η Δικαιοσύνη δεν είναι πεδίο για μικροπολιτικές αιχμές, αλλά ο τελευταίος χώρος όπου ο πολίτης απαιτεί να μην τον κοιτούν αφ’ υψηλού.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι ειπώθηκε μια άστοχη φράση. Είναι ότι ειπώθηκε με την άνεση ενός συστήματος που έχει μάθει να θεωρεί τη λαϊκή αγανάκτηση υπερβολή και τη θεσμική ταπεινότητα αδυναμία. Και όσο η εξουσία μιλά έτσι, τόσο θα μεγαλώνει η πεποίθηση ότι δεν υπερασπίζεται τη Δικαιοσύνη — απλώς τη χρησιμοποιεί ως σκηνικό.

