Η ανθρωπότητα δεν βαδίζει πια προς την καταστροφή. Την παρακολουθεί ζωντανά, την σχολιάζει, την προσπερνά — και συνεχίζει.
Η εποχή μας μοιάζει με έναν υπνοβάτη που περπατά προς τον γκρεμό, πεπεισμένος ότι πετάει. Όχι επειδή δεν βλέπει. Αλλά επειδή έμαθε να βλέπει τα πάντα χωρίς να συγκλονίζεται από τίποτα.
Στην Παλαιστίνη, μια ολόκληρη κοινωνία ζει μέσα στην καταστροφή, τον εκτοπισμό, την πείνα, την απώλεια. Ο ΟΗΕ καταγράφει ότι σχεδόν όλος ο πληθυσμός της Γάζας έχει εκτοπιστεί και στερείται επαρκούς στέγης, τροφής και βασικών υπηρεσιών ζωής. Στον Λίβανο, οι βομβαρδισμοί συνεχίζονται, με νεκρούς, κατεστραμμένα σπίτια και εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους ξεριζωμένους από τη ζωή τους. Γύρω από το Ιράν, η απειλή μιας ευρύτερης σύγκρουσης δεν είναι πια θεωρητικό σενάριο· είναι μόνιμη σκιά πάνω από τη Μέση Ανατολή.
Και όμως, όλα αυτά δεν λειτουργούν πια ως συναγερμός. Λειτουργούν ως θόρυβος.
Μια είδηση ακόμη. Ένα βίντεο ακόμη. Ένα ματωμένο παιδί ακόμη. Ένας χάρτης ακόμη. Ένα hashtag ακόμη. Ένα λεπτό συγκίνησης, δύο λεπτά αγανάκτησης, τρία δευτερόλεπτα κοινοποίησης — και μετά σιωπή.
Η Δικαιοσύνη έγινε σύνθημα χωρίς βάρος. Η ελευθερία του λόγου έγινε προνόμιο υπό αίρεση. Οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα προειδοποιούν ότι η παγκόσμια ελευθερία του Τύπου βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 25 ετών. Δηλαδή την ώρα που ο κόσμος χρειάζεται περισσότερο φως, οι μηχανισμοί εξουσίας κατεβάζουν τους διακόπτες.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι κυβερνήσεις. Δεν είναι μόνο οι στρατοί. Δεν είναι μόνο οι ηγεσίες. Είναι και οι κοινωνίες που εκπαιδεύτηκαν να αντέχουν το αδιανόητο.
Υπάρχει μια καθολική έλλειψη σθένους. Μια αποφυγή της πραγματικής σύγκρουσης. Μια βαθιά, σχεδόν πολιτισμένη δειλία. Λες και η αντίσταση θεωρείται πλέον αγένεια. Λες και το να ενοχλήσεις το σύστημα είναι μεγαλύτερο αμάρτημα από το να το αφήσεις να συνθλίψει ανθρώπους.
Η παλαιότερη γενιά παρέδωσε τα όπλα στον κυνισμό. Έμαθε να λέει «έτσι είναι ο κόσμος». Έκανε την παραίτηση σοφία και την απάθεια ρεαλισμό.
Η νεότερη γενιά, από την άλλη, εξαντλεί συχνά την επαναστατικότητά της στην οθόνη. Νομίζει ότι αντιστέκεται επειδή ανάρτησε. Ότι στάθηκε στο ύψος της Ιστορίας επειδή πάτησε κοινοποίηση. Ότι έκανε το καθήκον της επειδή ένιωσε για λίγο σωστή.
Έτσι χτίστηκε το νέο κοινωνικό συμβόλαιο της υποκρισίας: συμπόνια χωρίς ρίσκο, αλληλεγγύη χωρίς κόστος, ηθική χωρίς θυσία.
Η ενσυναίσθηση αποστειρώθηκε. Έγινε προϊόν εσωτερικής κατανάλωσης. Δεν υπάρχει για να αλλάζει τον κόσμο, αλλά για να μας κάνει να νιώθουμε λιγότερο ένοχοι μέσα σε αυτόν.
Αυτό είναι το πιο τρομακτικό: όχι ότι ο κόσμος καίγεται. Αλλά ότι μάθαμε να ζεσταινόμαστε από τη φωτιά του.
Η Ιστορία δεν θα μας κρίνει για τα συνθήματα που γράψαμε, ούτε για τις λέξεις που χρησιμοποιήσαμε για να περιγράψουμε την οργή μας. Θα μας κρίνει για την απόσταση ανάμεσα σε όσα είπαμε ότι πιστεύουμε και σε όσα ανεχθήκαμε να συμβούν.
Θα μας κρίνει για την απάθεια με την οποία κοιτάξαμε την κατάρρευση. Για την ευκολία με την οποία βαφτίσαμε «πολυπλοκότητα» τη δειλία. Για την ευγένεια με την οποία αποφύγαμε την αλήθεια.
Το πνεύμα της ανταρσίας αντικαταστάθηκε από τον φόβο. Η συλλογική δράση από την ατομική παράσταση ηθικής. Η αληθινή σύνδεση από την ψηφιακή σκηνοθεσία του εαυτού μας.
Θα τα πούμε ξανά όταν ο κόσμος αποφασίσει να ξυπνήσει.
Αν και το μεγάλο ερώτημα είναι άλλο: όταν τελικά ξυπνήσει, θα υπάρχει ακόμη κάτι όρθιο για να σωθεί;

