Το κίνημα γύρω από τη Μαρία Καρυστιανού μπορεί να γίνει κάτι ιστορικό. Ή μπορεί να χαθεί, αν το κυκλώσουν οι λάθος άνθρωποι
Η ελληνική κοινωνία δεν ψάχνει σήμερα άλλον έναν αρχηγό. Δεν ψάχνει ακόμη ένα κόμμα διαμαρτυρίας. Δεν ψάχνει μια νέα πολιτική βιτρίνα για παλιές φιλοδοξίες.
Ψάχνει διέξοδο.
Ψάχνει δικαιοσύνη.
Ψάχνει έναν τρόπο να μετατρέψει την οργή της σε δημοκρατική αλλαγή και όχι σε ακόμη μία χαμένη ευκαιρία.
Γι’ αυτό και η δημόσια συζήτηση γύρω από τη Μαρία Καρυστιανού δεν είναι μια απλή πολιτική φημολογία. Αγγίζει κάτι πολύ βαθύτερο. Αγγίζει το συλλογικό τραύμα των Τεμπών. Αγγίζει την αίσθηση ότι η χώρα δεν μπορεί άλλο να ζει με συγκάλυψη, ατιμωρησία, πελατειακές σχέσεις, οικογενειοκρατία και θεσμούς που εμφανίζονται ισχυροί απέναντι στους αδύναμους και αδύναμοι απέναντι στους ισχυρούς.
Ένα τέτοιο κίνημα, αν γεννηθεί, μπορεί να γίνει κίνημα αξιοπρέπειας. Κίνημα δικαιοσύνης. Κίνημα δημοκρατικής αναγέννησης.
Αλλά για να συμβεί αυτό, χρειάζεται ένα πράγμα πάνω απ’ όλα: καθαρότητα.
Δεν αρκεί η οργή. Χρειάζεται πολιτικό περιεχόμενο
Η κοινωνική οργή από μόνη της δεν χτίζει λύσεις. Μπορεί να γκρεμίσει ψευδαισθήσεις, μπορεί να σπάσει τη σιωπή, μπορεί να ταρακουνήσει ένα κλειστό σύστημα εξουσίας. Αλλά αν δεν αποκτήσει περιεχόμενο, αρχές και δημοκρατική κατεύθυνση, γίνεται εύκολη λεία.
Γι’ αυτό ένα κίνημα γύρω από την υπόθεση των Τεμπών δεν μπορεί να είναι απλώς αντισυστημικό σύνθημα. Πρέπει να είναι δημοκρατική πρόταση.
Να μιλά για δικαιοσύνη, διαφάνεια, θεσμούς, κοινωνικό κράτος, δημόσια αγαθά, λογοδοσία, ασφάλεια, αξιοκρατία. Να απευθύνεται στον εργαζόμενο, στον νέο άνθρωπο, στον γονιό, στον συνταξιούχο, στον επιστήμονα, στον μικρό επαγγελματία, στον πολίτη που νιώθει ότι δεν τον ακούει κανείς.
Δεν χρειάζεται λόγος εκδικητικός. Δεν χρειάζεται σκοτάδι. Δεν χρειάζεται θεωρίες συνωμοσίας. Δεν χρειάζεται γεωπολιτικές εμμονές, φανατισμός και εύκολοι εχθροί.
Γιατί τότε η δικαιοσύνη χάνει το ηθικό της πλεονέκτημα. Και γίνεται απλώς καύσιμο για ένα ακόμη θολό πολιτικό μόρφωμα.
Το κρίσιμο ερώτημα: ποιοι θα σταθούν δίπλα της
Το μεγάλο στοίχημα δεν είναι μόνο τι θα πει η Μαρία Καρυστιανού. Είναι και ποιοι θα σταθούν γύρω της.
Ένα κίνημα που θέλει να μιλήσει στο όνομα της αξιοπρέπειας δεν μπορεί να περιβάλλεται από ανθρώπους χωρίς κοινωνικό αποτύπωμα, χωρίς δημοκρατική κουλτούρα, χωρίς σχέση με τα πραγματικά προβλήματα της χώρας.
Δεν μπορεί να σκιάζεται από πρόσωπα που συνδέονται, έστω και στη δημόσια συζήτηση, με αυταρχικές αντιλήψεις, λογοκριτικές λογικές, πολιτικά φαντάσματα του παρελθόντος, φιλορωσικές εμμονές ή συνωμοσιολογικές φαντασιώσεις.
Δεν μπορεί να ξεκινήσει ως αίτημα αλήθειας και να καταλήξει πολιτικό καταφύγιο κάθε πικραμένου, κάθε ακραίου, κάθε αποτυχημένου διαχειριστή του χθες και κάθε εμπόρου της αγανάκτησης.
Αν συμβεί αυτό, τότε δεν θα απειλήσει το σύστημα.
Θα το υπηρετήσει.
Γιατί το σύστημα δεν φοβάται τον θόρυβο. Δεν φοβάται τους γραφικούς. Δεν φοβάται τον ανορθολογισμό. Αυτά ξέρει να τα αξιοποιεί. Τα προβάλλει όταν το συμφέρει, τα γελοιοποιεί όταν χρειάζεται και στο τέλος τα χρησιμοποιεί για να απαξιώσει ολόκληρη την κοινωνική διαμαρτυρία.
Αυτός είναι ο πραγματικός κίνδυνος.
Να ξεκινήσει κάτι από τη βαθύτερη ανάγκη για αλήθεια και δικαιοσύνη και να καταλήξει θολό, δεξιόστροφο, σκοταδιστικό και συνωμοσιολογικό σχήμα.
Να ξεκινήσει ως κραυγή αξιοπρέπειας και να περάσει, σιγά σιγά, στα χέρια εκείνων που ξέρουν να μετατρέπουν την αγανάκτηση σε πολιτικό προϊόν.
Αν δεν μπει από την πόρτα, θα ψάξει τον φεγγίτη
Το σύστημα ξέρει να αμύνεται. Και πολλές φορές δεν αμύνεται μετωπικά. Δεν χρειάζεται πάντα να χτυπήσει κάτι απ’ έξω. Αρκεί να το αλλοιώσει από μέσα.
Αν δεν μπορεί να μπει από την πόρτα, θα προσπαθήσει να μπει από τον φεγγίτη.
Με πρόσωπα. Με μηχανισμούς. Με παλιές παρέες. Με δήθεν αυθόρμητες στηρίξεις. Με πολιτικούς μεσάζοντες. Με ανθρώπους που δεν έρχονται για να υπηρετήσουν ένα κίνημα, αλλά για να το καπελώσουν.
Γι’ αυτό χρειάζονται καθαρές γραμμές.
Το κίνημα, αν υπάρξει, πρέπει να είναι ανοιχτό στην κοινωνία, αλλά όχι ανοιχτό σε κάθε πολιτικό απόβλητο του παρελθόντος. Να είναι ενωτικό, αλλά όχι άχρωμο. Να είναι ριζοσπαστικό, αλλά όχι σκοταδιστικό. Να είναι πατριωτικό, αλλά με την έννοια της υπεράσπισης της δημοκρατίας και των πολιτών, όχι με την έννοια του εθνικιστικού παραληρήματος.
Να μιλήσει με ανθρώπους της εργασίας, της επιστήμης, του πολιτισμού, της νεολαίας, της αυτοδιοίκησης, των κινημάτων, της κοινωνικής δράσης. Με ανθρώπους που έχουν αποτύπωμα, όχι απλώς τηλεοπτική αναγνωρισιμότητα. Με πρόσωπα που εμπνέουν εμπιστοσύνη, όχι καχυποψία.
Η απάντηση δεν είναι λιγότερη δημοκρατία. Είναι περισσότερη
Η Ελλάδα δεν αντέχει άλλο τη συγκάλυψη. Δεν αντέχει άλλο την ατιμωρησία. Δεν αντέχει άλλο την περιφρόνηση της ανθρώπινης ζωής. Δεν αντέχει άλλο ένα κράτος που ζητά υπομονή από τους πολίτες και παρέχει προστασία στους ισχυρούς.
Αλλά η απάντηση σε όλα αυτά δεν μπορεί να είναι ο αυταρχισμός. Δεν μπορεί να είναι ο πουτινισμός. Δεν μπορεί να είναι η συνωμοσιολογία. Δεν μπορεί να είναι η επιστροφή στα πιο βρώμικα υλικά του παρελθόντος.
Η απάντηση πρέπει να είναι περισσότερη δημοκρατία.
Περισσότερη δικαιοσύνη.
Περισσότερη κοινωνία.
Περισσότερη αλήθεια.
Αν αυτό είναι το περιεχόμενο που θα δοθεί, τότε μπορεί πράγματι να μιλάμε για ένα κίνημα αξιοπρέπειας.
Αν όχι, τότε θα μιλάμε για ακόμη μία χαμένη ευκαιρία. Για ακόμη μία κοινωνική ελπίδα που ξεκίνησε από τον πόνο και κατέληξε στον φεγγίτη του συστήματος.
Η αλήθεια θα φανεί στις 21 Μαΐου.

