Κεφαλογιάννης, Τσιάρας και Σκρέκας δεν βγήκαν μπροστά από θέση ισχύος. Βγήκαν μπροστά επειδή το πολιτικό βάρος της υπόθεσης ΟΠΕΚΕΠΕ άρχισε να γίνεται ασήκωτο και η ζημιά για την κυβέρνηση δεν μπορούσε πλέον να κρυφτεί πίσω από διαρροές, μισόλογα και δηλώσεις «θεσμικής ευαισθησίας».
Όταν πρώην υπουργοί και κορυφαία κομματικά στελέχη σπεύδουν να ζητήσουν άρση της ασυλίας τους σχεδόν ταυτόχρονα, δεν πρόκειται για απόδειξη αθωότητας. Πρόκειται για πολιτικό συναγερμό. Για μια εξουσία που καταλαβαίνει ότι το πρόβλημα δεν είναι πια μόνο τι γράφει η δικογραφία, αλλά τι έχει ήδη γραφτεί στη συνείδηση της κοινωνίας.
Η “γενναιότητα” της ύστατης ώρας
Το κυβερνητικό στρατόπεδο επιχειρεί να παρουσιάσει τις άρσεις ασυλίας ως πράξη ευθύνης, διαφάνειας και σεβασμού στη Δικαιοσύνη. Όμως η αλήθεια είναι πιο σκληρή: όταν η πολιτική πίεση κορυφώνεται, η άρση ασυλίας δεν είναι υπέρβαση — είναι αναγκαστική υποχώρηση. Είναι η στιγμή που το σύστημα καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί άλλο να προστατεύει τα πρόσωπα χωρίς να εκθέτει συνολικά την παράταξη.
Η κοινή γραμμή άμυνας δεν σβήνει την εικόνα
Και οι τρεις κινούνται πάνω στην ίδια γραμμή: «δεν υπάρχει στοιχείο», «δεν υπήρχε γνώση», «δεν υπήρξε εμπλοκή», «όλα θα κριθούν από τη Δικαιοσύνη». Μόνο που πολιτικά το πρόβλημα δεν λύνεται με προσεκτικά γραμμένες αναρτήσεις. Διότι όταν η κοινή γνώμη ακούει συνεχώς για συνεργάτες, τηλεφωνήματα, εντολές που δήθεν δεν δόθηκαν και παρεμβάσεις που δήθεν δεν έγιναν, αυτό που μένει δεν είναι η άρνηση. Είναι η οσμή ενός μηχανισμού που λειτούργησε όπως πάντα πίσω από το παραπέτασμα της εξουσίας.
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ έγινε καθρέφτης του πολιτικού συστήματος
Η υπόθεση δεν πλήττει μόνο συγκεκριμένα πρόσωπα. Ξεσκεπάζει μια ολόκληρη νοοτροπία. Τη λογική του «γνωστού», του «γραφείου», του «να δούμε τι μπορεί να γίνει», του παρασκηνίου που βαφτίζεται εξυπηρέτηση και της παρέμβασης που παρουσιάζεται ως ενδιαφέρον για τον πολίτη. Εκεί ακριβώς βρίσκεται το δηλητήριο: όχι μόνο στο αν στοιχειοθετείται ποινική ευθύνη, αλλά στο ότι αποκαλύπτεται ξανά ο τρόπος με τον οποίο τμήματα της εξουσίας αντιλαμβάνονται το κράτος ως πεδίο διευθετήσεων.
Η άρση ασυλίας δεν καθαρίζει κανέναν από μόνη της. Απλώς επιβεβαιώνει ότι η υπόθεση είναι τόσο βαριά, ώστε δεν χωρά πια κάτω από το χαλί. Και όταν μια κυβέρνηση φτάνει να μετρά παραιτήσεις, αποστασιοποιήσεις και δημόσιες δηλώσεις αθωότητας από πρώην υπουργούς της, τότε το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ποιος «δεν ήξερε». Είναι ότι το οικοδόμημα έχει αρχίσει να τρίζει από μέσα.

