Ο Μητσοτάκης ανοίγει κουβέντα για άρση μονιμότητας στο Δημόσιο με το αφήγημα «να φύγουν όσοι δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους».
Μόνο που η απομάκρυνση/κύρωση για σοβαρή παραβατικότητα ή βαριά υπηρεσιακή αμέλεια δεν είναι συνταγματικό αίνιγμα. Υπάρχουν ήδη πειθαρχικές διαδικασίες και ποινικές διαδρομές. Το ζήτημα είναι αλλού: ποιον κυνηγάς και ποιον “σκεπάζεις”.
Το κόλπο του αφηγήματος
Η κυβέρνηση λέει, εμμέσως ή ρητά, δύο πράγματα ταυτόχρονα:
- «Και σήμερα μπορείς να απολύσεις/τιμωρήσεις υπάλληλο» όταν υπάρχει σοβαρό πειθαρχικό/ποινικό θέμα.
- Αλλά θέλει να μεταφέρει το κέντρο βάρους αλλού: αξιολόγηση παραγωγικότητας/συμπεριφοράς ώστε το “εργαλείο” να γίνει πιο εύχρηστο πολιτικά και διοικητικά.
Και εδώ μπαίνει το πραγματικό ερώτημα:
Ποιος θα αξιολογεί, με ποια κριτήρια, με ποια δικλείδα, και ποιος θα προστατεύεται σιωπηλά;
Το τεστ αξιοπιστίας: όταν υπάρχει βαριά κατηγορία για αστυνομικούς, το κράτος εφαρμόζει τα μέτρα που ήδη προβλέπει;
Εσύ το θέτεις με τον πιο καθαρό τρόπο:
- Υπάρχουν περιπτώσεις όπου αστυνομικοί κατηγορούνται για βαριά αδικήματα (π.χ. βασανιστήρια ή/και ανθρωποκτονία)
- Και παρ’ όλα αυτά, στην πράξη, δεν βλέπουμε την ίδια “σκληρότητα” που επικαλείται το κράτος όταν μιλάει για “αξιολόγηση” στο Δημόσιο.
Άρα δεν μιλάμε για «έλλειψη νόμων».
Μιλάμε για έλλειψη πολιτικής βούλησης ή/και δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Τι ισχύει γενικά με τη «διαθεσιμότητα»
Σε επίπεδο πλαισίου, το κράτος έχει διοικητικά “κουμπιά”:
- Διαθεσιμότητα/απομάκρυνση από καθήκοντα όταν υπάρχει σοβαρή ποινική εμπλοκή, ειδικά για αδικήματα που απειλούνται με βαριές ποινές.
- Πειθαρχική διαδικασία ανεξάρτητα από το αν έχει τελειώσει το δικαστήριο (το πειθαρχικό δεν είναι πάντα υποχρεωμένο να περιμένει την τελεσιδικία για να λάβει προσωρινά μέτρα).
Και εδώ είναι η ουσία:
Αν δεν εφαρμόζεις τα προσωρινά μέτρα που ήδη έχεις, γιατί να σε εμπιστευτεί κάποιος ότι θα εφαρμόσεις “δίκαια” μια συνταγματικά θωρακισμένη αξιολόγηση;
- Θα εφαρμοστεί ο νόμος στην πράξη στις περιπτώσεις ένστολων που κατηγορούνται για βαριά εγκλήματα;
- Γιατί όταν ρωτάς επανειλημμένα, η απάντηση γίνεται «δεν ξέρω την υπόθεση», «αρμόδιο το πειθαρχικό», «μην δημιουργείτε εντυπώσεις»;
- Ποιος ελέγχει τελικά το πειθαρχικό και σε ποια χρονοδιαγράμματα;
- Γιατί η “μηδενική ανοχή” εμφανίζεται επιλεκτικά;
Αυτό που φαίνεται να χτίζεται
Η κυβέρνηση ζητά από μια κοινωνία να την εμπιστευτεί για να αλλάξει το Σύνταγμα, λέγοντας ότι «δεν είμαστε πια στις εποχές που κάθε κυβέρνηση τιμωρούσε τους άλλους και έβαζε τους δικούς της».
Όμως τα δεδομένα που περιγράφεις δείχνουν το αντίθετο:
- Όταν δεν συμφέρει, οι μηχανισμοί μένουν “ουδέτεροι” και αργοί.
- Όταν συμφέρει, οι μηχανισμοί γίνονται “κοφτεροί”.
Και αυτό είναι το πολιτικό δηλητήριο της ιστορίας:
δεν είναι η μονιμότητα το πρόβλημα — είναι η επιλεκτική εφαρμογή του κράτους δικαίου.
Τι νιώθετε όταν βλέπετε μια κυβέρνηση να μιλά για «δικαιοσύνη και αξιοκρατία», αλλά να μην απαντά καθαρά για περιπτώσεις όπου ο νόμος θα έπρεπε ήδη να έχει ενεργοποιηθεί;
Και το πιο πρακτικό:
Ποιοι πιστεύετε ότι τελικά θα χαρακτηριστούν “δεν κάνουν” από την αξιολόγηση;
Οι πραγματικά ανεπαρκείς; Ή οι “ενοχλητικοί”, οι μη αρεστοί, οι μη βολικοί;
Αν δεν εφαρμόζεις τους νόμους που ήδη έχεις, η «άρση μονιμότητας» δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι προπέτασμα.

