Όποιος παρακολουθεί συστηματικά την τουρκική τηλεοπτική πραγματικότητα, αντιλαμβάνεται γρήγορα ότι ο όρος «ενημέρωση» έχει αντικατασταθεί από κάτι πιο σύνθετο και πιο επικίνδυνο: τη στρατηγική επικοινωνία με καθαρά προπαγανδιστικό χαρακτήρα. Πρόσφατο και αποκαλυπτικό παράδειγμα, εκπομπή στο φιλοερντογανικό κανάλι Haber Global, αφιερωμένη στην περιβόητη αντιαεροπορική–αντιπυραυλική «ομπρέλα» της Τουρκίας, τον λεγόμενο «Χαλύβδινο Θόλο».
Η εκπομπή δεν είχε χαρακτήρα ανάλυσης. Ήταν ύμνος. Στο πάνελ, απόστρατος συνταγματάρχης της Στρατοχωροφυλακής, συχνός τηλεοπτικός σχολιαστής και γνωστός για την απαξιωτική ρητορική του απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο – τις οποίες αποκαλεί συστηματικά «Ελλαδίτσα» και «Κυπρούλα». Με ύφος αυθεντίας και χωρίς κανέναν αντίλογο, παρουσίασε τα τουρκικά αντιαεροπορικά συστήματα ως σχεδόν απόλυτα, ικανά να «σφραγίσουν» ολόκληρη την περιοχή.
Η φράση που ξεχώρισε δεν ήταν τυχαία: «Δεν έμεινε μέρος για να διαφύγουν η Ελλάδα, το Ισραήλ και η Κύπρος». Δεν πρόκειται για στρατιωτική εκτίμηση. Πρόκειται για ψυχολογικό μήνυμα. Απευθύνεται πρωτίστως στο εσωτερικό ακροατήριο, καλλιεργώντας αίσθημα παντοδυναμίας, αλλά και προς τα έξω, ως απόπειρα εκφοβισμού και επιβολής αφηγήματος περιφερειακής υπεροχής.
Το πρόβλημα για την τουρκική προπαγάνδα είναι ότι η πραγματικότητα έχει κακή συνήθεια: δεν συμμορφώνεται πάντα με το σενάριο. Η συγκεκριμένη εκπομπή δεν έγινε τυχαία χρονικά. Προηγήθηκε ένα συμβάν που έπληξε ευθέως την εικόνα του «αλάθητου» Χαλύβδινου Θόλου: η παρατεταμένη παρουσία ξένου drone στην περιοχή της Άγκυρας, το οποίο δεν καταρρίφθηκε από τα αντιαεροπορικά συστήματα, αλλά τελικά αντιμετωπίστηκε με απογείωση μαχητικών F-16.
Αυτό είναι το σημείο που η προπαγάνδα αντικαθιστά την εξήγηση με τη σιωπή. Ο τηλεοπτικός «ειδικός» δεν απάντησε στο προφανές ερώτημα:
Γιατί ένα άγνωστο drone μπορούσε να περιφέρεται επί δύο ώρες και πέντε λεπτά στην καρδιά του τουρκικού εναέριου χώρου, αν πράγματι υπάρχει μια συμπαγής, αυτόματη και αδιαπέραστη αντιαεροπορική ομπρέλα;
Η απάντηση δεν δόθηκε, γιατί δεν εξυπηρετεί το αφήγημα. Αντί αυτής, επιλέχθηκε η κλασική τακτική της τουρκικής Διεύθυνσης Επικοινωνίας:
– μετατόπιση της συζήτησης από την αποτυχία στην «τελική έκβαση»,
– αποσιώπηση του χρόνου αντίδρασης,
– και υπερβολική ρητορική ισχύος για να καλυφθεί το επιχειρησιακό κενό.
Ο «Χαλύβδινος Θόλος» παρουσιάζεται όχι ως σύστημα υπό ανάπτυξη, με περιορισμούς και φάσεις ωρίμανσης, αλλά ως έτοιμο, σχεδόν μυθικό αμυντικό τείχος. Δεν πουλιέται ως τεχνολογία· πουλιέται ως συναίσθημα: ασφάλεια, υπερηφάνεια, φόβος για τον αντίπαλο.
Αυτή είναι η ουσία της τουρκικής επικοινωνιακής στρατηγικής. Δεν ενδιαφέρεται να απαντήσει στο «γιατί συνέβη». Ενδιαφέρεται να επιβάλει το «πώς θα το θυμάται το κοινό». Και όταν η πραγματικότητα τρυπά την εικόνα, τότε επιστρατεύονται απόστρατοι, τίτλοι, υπερβολές και απειλές, ώστε να μπαλώσουν το ρήγμα.
Συμπέρασμα;
Ο «Χαλύβδινος Θόλος» μπορεί να αποτελεί φιλόδοξο πρόγραμμα. Όμως μέχρι να αποδείξει στην πράξη όσα υπόσχεται, θα παραμένει κυρίως ένα επικοινωνιακό προϊόν. Και κάθε φορά που ένα drone εκθέτει τα όριά του, η τουρκική προπαγάνδα θα φροντίζει όχι να εξηγήσει, αλλά να φωνάξει πιο δυνατά. Γιατί στο σύστημα αυτό, η εικόνα δεν συνοδεύει την ισχύ· προσπαθεί να την υποκαταστήσει.

