Ενας 25χρονος πέφτει νεκρός σε δημόσιο χώρο και το κράτος αποκαλύπτεται ξανά γυμνό: χωρίς πρόληψη, χωρίς έλεγχο, χωρίς απαντήσεις την ώρα που η κοινωνία μετρά ακόμη ένα αίμα στην άσφαλτο της εγκατάλειψης
Δεν είναι «άλλο ένα περιστατικό». Δεν είναι μια ακόμη σκοτεινή υποσημείωση στο αστυνομικό δελτίο. Είναι μια ωμή, ανατριχιαστική υπενθύμιση ότι η δημόσια ασφάλεια στην Ελλάδα έχει μετατραπεί σε δελτίο τύχης: αν σταθείς άτυχος, μπορεί να μη γυρίσεις σπίτι.
Ο 25χρονος που εντοπίστηκε νεκρός στο Πάρκο Ασυρμάτου, με θανάσιμο τραύμα στην περιοχή της καρδιάς, δεν είναι απλώς ένα όνομα σε μια δικογραφία που τώρα ανοίγει. Είναι το πρόσωπο μιας κοινωνίας που ακούει κάθε τόσο τις ίδιες διαβεβαιώσεις περί «τάξης» και «ασφάλειας», μόνο και μόνο για να βλέπει ξανά το ίδιο έργο: αίμα, αποκλεισμένες κορδέλες, έρευνες, σενάρια, διαρροές και στο τέλος μια κοινή αίσθηση ότι η πόλη έχει παραδοθεί στο σκοτάδι.
Η υπόθεση ερευνάται από τη Διεύθυνση Ανθρωποκτονιών και σωστά. Ομως πριν ακόμη βρεθούν οι δράστες, πριν κλειδώσει το κίνητρο, ένα πράγμα έχει ήδη αποδειχθεί: το κράτος αποτυγχάνει ξανά εκεί όπου όφειλε να είναι αμείλικτα παρόν. Στην προστασία της ζωής.
Δεν έχει σημασία αν το κίνητρο ήταν προσωπική διαφορά, ενέδρα, ξεκαθάρισμα ή οτιδήποτε άλλο αποδειχθεί στην πορεία. Σημασία έχει ότι ένας νέος άνθρωπος βρέθηκε νεκρός σε δημόσιο χώρο, σε μια περιοχή όπου οι Αρχές γνωρίζουν, υποτίθεται, πρόσωπα, ζώνες, πυρήνες, εντάσεις, διαδρομές και επικινδυνότητες. Αν τα γνωρίζουν και δεν προλαμβάνουν, είναι ανίκανοι. Αν δεν τα γνωρίζουν, είναι επικίνδυνα ανεπαρκείς.
Και εδώ ακριβώς τελειώνουν τα άλλοθι.
Γιατί κάθε φορά που η εξουσία θέλει να δείξει πυγμή, τη δείχνει εκεί που τη βολεύει: στις κάμερες, στις δηλώσεις, στην επικοινωνία, στις εξαγγελίες περί «νόμου και τάξης». Οταν όμως έρχεται η ώρα της πραγματικής ασφάλειας στις γειτονιές, στα πάρκα, στους δρόμους, στα σημεία που οι πολίτες κυκλοφορούν και αναπνέουν, το κράτος εξαφανίζεται και αφήνει πίσω μόνο την τυπική του παρουσία: περιπολικά μετά το κακό, ιατροδικαστές μετά τον θάνατο, υποσχέσεις μετά την κατάρρευση.
Το πιο ανατριχιαστικό στοιχείο δεν είναι μόνο η δολοφονία. Είναι η εξοικείωση με τη δολοφονία. Είναι η ταχύτητα με την οποία η κοινή γνώμη έχει εκπαιδευτεί να ακούει για νεκρούς νέους ανθρώπους και να περιμένει μηχανικά το επόμενο βήμα: ποιος ήταν, ποιον ήξερε, με ποιον μίλησε, πού πήγαινε, τι «σενάριο» παίζει. Σαν να έχει γίνει η βία μια κανονικότητα που απλώς χρειάζεται ερμηνεία, όχι ανατροπή.
Οχι. Αυτό δεν είναι κανονικότητα. Είναι παρακμή.
Και όσο η πολιτεία συνεχίζει να πουλά εικόνα πυγμής αντί για πραγματική ασφάλεια, όσο οι γειτονιές μένουν αφύλακτες και η κοινωνία ενημερώνεται μόνο από διαρροές, τόσο η επόμενη τραγωδία δεν θα είναι «ατυχία». Θα είναι προαναγγελθείσα αποτυχία.
Ο 25χρονος δεν χάθηκε μόνο από το χέρι εκείνου που τον χτύπησε. Χάθηκε και μέσα σε μια χώρα που έχει μάθει να θάβει τα παιδιά της κάτω από τις λέξεις «έρευνα σε εξέλιξη». Αυτό δεν είναι κράτος ασφάλειας. Είναι κράτος καθυστέρησης, ανεπάρκειας και αίματος.

