Οι αγρότες δεν έφυγαν απλώς απογοητευμένοι από το Μαξίμου. Έφυγαν με απόφαση: να μεταφέρουν τη σύγκρουση εκεί όπου η κυβέρνηση δεν μπορεί να «θάψει» το πρόβλημα κάτω από αριθμούς, ωραιοποιήσεις και επικοινωνιακές παρτίδες. Στα δικαστήρια. Και όχι μόνο στα ελληνικά.
Μετά την τετράωρη –και άκαρπη– συνάντηση των εκπροσώπων των λεγόμενων «σκληρών» μπλόκων με τον Πρωθυπουργό, το μήνυμα από τα χωράφια είναι πλέον καθαρό: «Αν δεν μας ακούτε πολιτικά, θα μας βρείτε νομικά». Και αυτό δεν είναι ρητορεία. Είναι αλλαγή πεδίου μάχης.
Ο Θωμάς Μόσχος, από τους ανθρώπους που δεν μιλούν με γενικόλογα, το είπε ωμά: από εδώ και πέρα οι αγρότες θα κινηθούν με νομικές ενέργειες «όχι μόνο ενώπιον της ελληνικής δικαιοσύνης, αλλά και σε ευρωπαϊκά δικαστήρια», γιατί –όπως τόνισε– «έχουν γίνει τραγικά λάθη». Δεν περιέγραψε απλώς μια διαφωνία. Περιέγραψε ένα σύστημα που θεωρεί ότι μπορεί να κρατά τον πρωτογενή τομέα σε μόνιμη ομηρία, με υποσχέσεις, προσχήματα, «δημοσιονομικές αντοχές» και επιλεκτικές παροχές.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία: όταν ο αγρότης ακούει ξανά και ξανά τη λέξη «αντοχές», δεν ακούει οικονομική υπευθυνότητα. Ακούει την παλιά φράση του κράτους προς τον πολίτη: «κάνε υπομονή και σώπα». Μόνο που ο πρωτογενής τομέας δεν έχει άλλο χώρο να υποχωρήσει. Ούτε σε εισόδημα, ούτε σε κόστος παραγωγής, ούτε σε επιβίωση.
Η συνέντευξη του Μόσχου στον Αθήνα 9.84 δεν είχε διπλωματία. Είχε κατηγορώ. Μίλησε για «απογοητευτικό κλίμα διαλόγου» και χαρακτήρισε την κυβέρνηση «το μεγαλύτερο πρόβλημα» του πρωτογενούς τομέα, με «αυταρχισμό» και «καθεστωτισμό». Βαριές λέξεις. Όχι όμως τυχαίες.
Γιατί όταν ένας κλάδος βράζει και η απάντηση είναι «δεν γίνεται», «δεν υπάρχει περιθώριο», «δεν αντέχει ο προϋπολογισμός», ο κλάδος δεν νιώθει ότι αντιμετωπίζεται ως παραγωγική ραχοκοκαλιά. Νιώθει ότι αντιμετωπίζεται ως ενοχλητικός αριθμός σε excel. Κι όταν επιπλέον βλέπει «λύσεις» που είναι λίγες, μερικές, στοχευμένες, και όχι καθολικές, τότε το συμπέρασμα βγαίνει μόνο του: δεν υπάρχει σχέδιο. Υπάρχει διαχείριση δυσαρέσκειας.
Γι’ αυτό οι αγρότες τώρα κοιτάζουν προς την Ευρώπη. Όχι επειδή ξαφνικά ερωτεύτηκαν τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Αλλά επειδή γνωρίζουν κάτι που στην Αθήνα συχνά ξεχνιέται: όταν ένα κράτος παίζει κλειστά, όταν ο διάλογος είναι προσχηματικός, όταν η λογοδοσία είναι μηδενική, τότε ο πολίτης ψάχνει άλλο δίαυλο δικαίωσης. Και τα ευρωπαϊκά δικαστήρια, όσο δύσκολα και αν είναι, λειτουργούν ως «έξοδος κινδύνου» για όσους βλέπουν τις πόρτες εδώ κλειστές.
Η κυβέρνηση, από την άλλη, θα επιχειρήσει να εμφανίσει τη στροφή των αγροτών στη νομική οδό ως υπερβολή, ως «πολιτικοποίηση» ή ως «ακραία στάση». Όμως η πραγματικότητα είναι πιο απλή και πιο σκληρή: όταν ο κόσμος της παραγωγής σταματά να ζητά λύσεις στο τραπέζι και αρχίζει να τις ζητά στις αίθουσες δικαστηρίων, αυτό σημαίνει ότι έχει χάσει την εμπιστοσύνη του στη δυνατότητα του κράτους να διορθώσει τα λάθη του.
Και τότε δεν μιλάμε πια για κινητοποιήσεις. Μιλάμε για ρήξη.
Το ερώτημα δεν είναι αν οι αγρότες «το τραβάνε». Το ερώτημα είναι άλλο: πόσο ακόμη μπορεί μια χώρα να παριστάνει ότι έχει πρωτογενή τομέα, ενώ τον αφήνει να ζει με υποσχέσεις, χρέη, εξαντλητικά κόστη και μόνιμη ανασφάλεια;
Γιατί όταν ο αγρότης λέει «πάω Ευρώπη», δεν το λέει για να κάνει εντύπωση. Το λέει γιατί εδώ δεν βρήκε κράτος. Βρήκε τοίχο.

