Η ακρίβεια δεν είναι πλέον μια δυσάρεστη οικονομική συνθήκη. Είναι η καθημερινή ασφυξία χιλιάδων νοικοκυριών που βλέπουν το εισόδημά τους να εξαντλείται πριν τελειώσει ο μήνας.
Στο σούπερ μάρκετ, στο πρατήριο καυσίμων, στους λογαριασμούς, παντού η ίδια εικόνα: οι τιμές ανεβαίνουν, η αγοραστική δύναμη συρρικνώνεται και η ανακούφιση που υπόσχονται οι κυβερνητικές ανακοινώσεις σπάνια φτάνει στο ταμείο της οικογένειας.
Την ίδια ώρα, η πολιτική ζωή μοιάζει να απομακρύνεται επικίνδυνα από αυτή την πραγματικότητα. Αντί για καθαρές απαντήσεις, σχέδιο και λογοδοσία, οι πολίτες παρακολουθούν ατέρμονες κομματικές συγκρούσεις, εσωτερικές εκκαθαρίσεις, επικοινωνιακές παραστάσεις και υποθέσεις που καταλήγουν στη Δικαιοσύνη.
Δεν είναι ότι ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται για την πολιτική. Το αντίθετο: έχει κουραστεί να βλέπει την πολιτική να ενδιαφέρεται περισσότερο για τον εαυτό της παρά για εκείνον.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι καταγγελίες, οι έρευνες και η δημόσια αντιπαράθεση δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν ακόμη ένα επεισόδιο στον κύκλο της πολιτικής φθοράς. Κάθε τέτοια υπόθεση βαθαίνει την καχυποψία. Και κάθε καθυστέρηση στην πλήρη διαλεύκανση δυναμώνει την πεποίθηση ότι υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Λίγο πριν από τις εκλογές, λοιπόν, το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιοι θα ζητήσουν την ψήφο των πολιτών. Είναι με ποιο δικαίωμα θα τη ζητήσουν.
Με υποσχέσεις που ακούγονται ξανά και ξανά; Με αριθμούς που δεν ταιριάζουν με την πραγματικότητα του νοικοκυριού; Ή με την ειλικρίνεια που απαιτεί μια κοινωνία η οποία έχει πληρώσει πολύ ακριβά την ακρίβεια, την ανασφάλεια και την πολιτική υποκρισία;
Ο πολίτης δεν ζητά θαύματα. Ζητά να μπορεί να ζει με αξιοπρέπεια και να μην αισθάνεται πως το πολιτικό σύστημα τον θυμάται μόνο όταν πλησιάζει η κάλπη.

