Σε μια ευρωπαϊκή χώρα, όταν γίνεται ανάπλαση δρόμου, το αυτονόητο θα ήταν να προηγείται η αντικατάσταση των παλιών και απαρχαιωμένων δικτύων.
Πρώτα περνάς νέο αγωγό.
Πρώτα αλλάζεις ό,τι βρίσκεται κάτω από το οδόστρωμα.
Πρώτα εξασφαλίζεις χρηματοδότηση για τις βασικές υποδομές.
Και μετά προχωράς σε πλάκες, κυβόλιθους, πεζοδρόμια και ασφαλτικά.
Γιατί ανάπλαση πάνω σε σαθρά δίκτυα δεν είναι έργο. Είναι βιτρίνα με ημερομηνία λήξης.
Και πάνω απ’ όλα: ασφάλεια.
Δεν γίνεται σε δημόσιο έργο να βλέπουμε εργαζόμενους χωρίς βασικά μέσα προστασίας. Ούτε κράνος. Ούτε γιλέκο. Ούτε μάσκα. Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες. Είναι υποχρέωση. Είναι προστασία ανθρώπινων ζωών.
Όταν ένα έργο γίνεται μέσα στον αστικό ιστό, δίπλα σε πολίτες, οδηγούς, πεζούς και επαγγελματίες, η ασφάλεια δεν μπορεί να είναι προαιρετική. Ούτε για τους εργαζόμενους ούτε για τους διερχόμενους.
Αφού, λοιπόν, δεν έγινε αυτό που έπρεπε να γίνει από την αρχή, τουλάχιστον ας γίνει σωστά αυτό που γίνεται τώρα. Το νέο ασφαλτικό δεν μπορεί να πέσει πρόχειρα, σαν μπάλωμα της κακιάς ώρας.
Βάλτε ένα αλφάδι. Μετρήστε σωστά. Δείτε πόσο ασφαλτικό πρέπει να πέσει, ώστε ο δρόμος να έρθει ακριβώς στο ίδιο επίπεδο και να μη δημιουργηθούν νέες κακοτεχνίες, νέες λακκούβες και νέοι κίνδυνοι για οδηγούς και πεζούς.
Και κάτι ακόμη: σε δημόσιο έργο δεν χωρά διαφήμιση κατασκευάστριας εταιρείας. Το έργο πληρώνεται από δημόσιο χρήμα, όχι από χορηγό. Γι’ αυτό ας σβηστεί το σήμα της εταιρείας, που ακούστηκε να προβάλλεται σαν να πρόκειται για ιδιωτική διαφήμιση.
Οι πολίτες δεν ζητούν θαύματα. Ζητούν το αυτονόητο: έργα με σχέδιο, υποδομές που αντέχουν, κανόνες ασφαλείας που τηρούνται και όχι επικοινωνιακές αναπλάσεις πάνω σε παλιά προβλήματα.

