Τόσα χρόνια, ένα κτίριο με ιστορία και δυναμική μένει να ρημάζει.
Το κοιτάμε, το σχολιάζουμε, το φωτογραφίζουμε και… το αφήνουμε όπως είναι.
Και φυσικά τώρα, μετά από τόσο καιρό εγκατάλειψης, κάποιοι “ανακαλύπτουν” ότι έχει φθορές. Μα φυσικά και έχει! Όταν κάτι το αφήνεις να σαπίσει, δεν φταίει το κτίριο — φταίει αυτός που το άφησε.
Κι όμως, πριν λίγα χρόνια είχαν γίνει δοκιμές στατικότητας. Τα αποτελέσματα ήταν θετικά:
τα μπετά του κτιρίου κρίθηκαν αξιόλογα και παραπάνω από επαρκή.
Με λίγη βούληση και ένα λογικό δάνειο, θα μπορούσε να μετατραπεί σε ένα πλήρως λειτουργικό Δημαρχείο.
Σκεφτείτε το: πόσα ενοίκια πληρώνονται κάθε χρόνο για γραφεία του Δήμου, τη στιγμή που υπάρχει έτοιμο ακίνητο;
Ας πλήρωνε ο Δήμος ένα συμβολικό ενοίκιο στο Επιμελητήριο και ας επένδυε τα υπόλοιπα στην πόλη.
Αλλά αυτό θα προϋπέθετε λογική, συνεργασία και σχέδιο. Τρία πράγματα που μάλλον σπανίζουν.
Επιμελητήριο, Δήμος, Περιφέρεια — όλοι γνωρίζουν το πρόβλημα, όλοι μιλούν για “ανάπτυξη”,
αλλά στην πράξη, κανείς δεν κουνάει το δάχτυλο να ξεκινήσει κάτι.
Είναι η γνωστή ελληνική συνταγή: “Ναι μεν, αλλά…” και στο τέλος τίποτα.
Αναρωτιέμαι, είναι αδιαφορία ή ανικανότητα;
Ίσως και τα δύο. Ίσως απλώς να βολεύει το “να μη γίνεται τίποτα”.
Γιατί όταν δεν γίνεται τίποτα, κανείς δεν εκτίθεται.
Κι έτσι τα χρόνια περνούν, τα κτίρια ρημάζουν, και οι πολίτες συνηθίζουν τη μετριότητα.
Μιλώ σαν ένας απλός, ενεργός πολίτης. Δεν ζητώ θαύματα — ζητώ λογική.
Ζητώ να δούμε προοπτική αντί για αδράνεια.
Αξιοποιήστε το κτίριο. Δώστε του ζωή, πριν καταλήξει ένα ακόμη μνημείο αδιαφορίας.
Γιατί στο τέλος, αυτό που μας μένει δεν είναι η φθορά των τοίχων — είναι η φθορά της ευθύνης.

