Έτσι γινόταν πάντα: το τελευταίο κομμάτι κρέας, το τελευταίο τυρί, ό,τι απέμενε από το ζώο που μας συντρόφευε όλο τον χρόνο. Κι έπειτα, σκοτάδι. Νηστεία ως τα Χριστούγεννα. Η πιο σκληρή νηστεία του χρόνου. Η γη γυμνή, χωρίς καρπούς, χωρίς κήπο να γιατροπορεύει την πείνα, όπως γινόταν την άνοιξη, στα φυσήματα της Πεντηκοστής. Τα τελευταία αγριόγκορτσα τα μοιραζόμασταν με τα ζλάπια, κι εμείς οι τσοπάνηδες είχαμε πια πάρει τον δρόμο για τα χειμαδιά.
Στο αποψινό τραπέζι συνήθως είχε μια παλιοπράτνα, μια γέρικη προβατίνα που δεν άντεχε άλλον χειμώνα. Δυο και τρεις οικογένειες τη μοίραζαν, κι έτρωγαν τριάντα στόματα από τα λιγοστά κρέατα που έμεναν πάνω στα κόκαλά της. Μύριζε ο τόπος καπνό και προσμονή. Γιατί τούτο το δείπνο ήταν και αποχαιρετισμός· από αύριο άρχιζε η πορεία.
Το Ξηροβούνι είχε κιόλας ασπρίσει· κι ο βορειοδυτικός, ο Γιαννιώτης, ξύριζε τα Πινακούλια, την αυλή του παππού μου. Δεν ήταν πως τα χειμαδιά μας περίμεναν με στοργή. Από τον Μάη ακόμη, τα ζώα των ντόπιων είχαν καταφάει και το τελευταίο άχυρο της σκεπής, κι ο μπέης – ιδιοχτήτης ώσπου ήρθε το ’61 – είχε φροντίσει, μαζί με άλλους πρόθυμους, να κάψει τις καλύβες της περασμένης χρονιάς. Μη τυχόν και «ζαπώσουμε» τον τόπο. Κι όμως, όσο σκληρά κι αν μας καλοδέχονταν, τα χειμαδιά ήταν πάντα ένα καταφύγιο: χωρίς κουνούπια τώρα πια, κι ας υποσχόταν ο χειμώνας μια άλλη δίαιτα – έναν ατέλειωτο αγώνα για λίγο καλαμπόκι, για έναν ομφαλοφόρο καρπό, την ώρα που οι πορτοκαλεώνες άναβαν στον ορίζοντα σαν ξένη, απαγορευμένη ελπίδα.
Η βελόνα της αποδημίας έδειχνε πάντοτε Νότο.
«Η Πούλια βασιλεύει και πίσω παραγγέλλει:
μηδέ τσομπάνης στα βουνά, μηδέ γεωργός στους κάμπους».
Και φορτώναμε τα ζώα: τα σκουτιά υφασμένα το καλοκαίρι από τα χέρια των γυναικών, τις φακές και τα φασόλια – θησαυροί για τον χειμώνα –, λίγες πατάτες αν ήταν καλή η χρονιά. Η γάτα στον ντορβά, οι κότες πανωσάμαρα, κι όλο το κομβόι σιωπηλό, όπως οι παλιοί στρατοί που ήξεραν τον δρόμο καλύτερα απ’ τους ανθρώπους.
Οι πρώτες νύχτες στο νέο τόπο ήταν κάτω από τράγια τσιόλια, στην ύπαιθρο. Ο νοικοκύρης γύριζε με λούρια «πίσω από τη Μαυρή», για να στηθεί η νέα καλύβα. Μέρες μετά θα κατέβαινε στον κάμπο για ψαθί, κι ως τη θάλασσα για βούρλα, για να δέσει την κατασκευή. Ώσπου να βρούμε στέγη, τρεφόμασταν με πολσπόρια – όπως οι Έλληνες από καταβολής: φασόλια, κουκιά, φακές, καλαμπόκι, ρεβίθια στο ίδιο τσουκάλι. Τροφή ταπεινή, ανθεκτική, σαν τη μοίρα μας.
Κι έτσι τραβούσε ο χειμώνας, ώσπου ν’ αρτυθούμε πάλι τα Χριστούγεννα. Όχι την πρώτη μέρα – ποτέ την πρώτη. Στις 25 του μήνα είχε γιαούρτι για τους κτηνοτρόφους και κοτόζουμο για τους γεωργούς, για να «στρώσει» το εντεράκι μετά τη σαραντάμερη αυστηρή νηστεία. Κι ύστερα, την επομένη, άνοιγε το τραπέζι: ένα σφαχτό για τους τσοπάνηδες, ένα γουρούνι για τους χωρικούς. Γιορτή, μυρωδιά ζεστής στέγης, επιστροφή στη γεύση.
Κι έτσι έκλεινε ο κύκλος της αποδημίας, κάθε χρόνο, όσο κρατούσαν τα βουνά, οι άνθρωποι και η ανάγκη.

