Δεν είναι απλώς ένα καυστικό απόσπασμα. Είναι ακτινογραφία. Και αυτό το κάνει επικίνδυνο: γιατί όταν μια κοινωνία βλέπει καθαρά τον εαυτό της και συνεχίζει σαν να μη συμβαίνει τίποτα, τότε το πρόβλημα δεν είναι άγνοια. Είναι επιλογή.
Ο Αλέκος Σακελλάριος, στο Τότε που οι άνθρωποι γελούσαν, δεν περιγράφει «χαρακτήρα λαού» για να γελάσουμε πικρά. Περιγράφει μηχανισμό: πώς κατασκευάζουμε άλλοθι για να μη διορθώσουμε τίποτα.
1) Το εθνικό μας ταλέντο: ένα εναλλακτικό πρόβλημα για κάθε λύση
Εδώ δεν μιλάμε για έλλειψη ιδεών. Μιλάμε για έλλειψη διάθεσης να πληρώσουμε το κόστος της σοβαρότητας.
Κάθε φορά που εμφανίζεται μια λύση, ξεπηδά αμέσως το «ναι, αλλά…»:
- ναι, αλλά θα θιχτούν συμφέροντα
- ναι, αλλά θα χαλάσει η πιάτσα
- ναι, αλλά ποιος θα τα βάλει με τον μηχανισμό;
Και στο τέλος η λύση δεν εφαρμόζεται. Όχι επειδή δεν γίνεται. Επειδή δεν βολεύει.
2) Αξιοκρατία ανάποδα: να υπερπηδήσουμε έναν καλύτερό μας
Το πιο ωμό σημείο του κειμένου είναι αυτό: βαφτίζουμε «αξιοκρατία» τα προσόντα που χρειάζονται για να προσπεράσεις κάποιον ικανότερο. Και «αναξιοκρατία» το ότι δεν πρόλαβες κι εσύ να χωθείς.
Με απλά λόγια: στην ελληνική καθημερινότητα δεν σε καίει αν ο άλλος είναι καλύτερος. Σε καίει αν φαίνεται ότι είναι καλύτερος.
Και τότε επιστρατεύεται το γνωστό οπλοστάσιο:
- παρέες, πλάτες, “γνωριμίες”
- θεσμικά παραθυράκια
- σπίλωση χαρακτήρα
- «να μην πάρει αέρα»
Δεν είναι απλώς άδικο. Είναι αυτοκτονικό. Γιατί όταν κυνηγάς τον καλύτερο να τον χαμηλώσεις, χαμηλώνεις όλο το επίπεδο.
3) Η Ευρώπη ως άλλοθι, όχι ως στόχος
Το κείμενο χτυπά εκεί που πονάμε: στη σχέση μας με τον «Ευρωπαίο».
Δεν είναι ζήτημα θαυμασμού ή κόμπλεξ. Είναι ζήτημα ευθύνης.
Ο Σακελλάριος λέει (ουσιαστικά):
Ο άλλος πατά πάνω στις ρίζες της Ελλάδας, αλλά κάνει πολιτισμό, κράτος, δημόσιο χώρο, κανόνες.
Κι εμείς πατάμε πάνω στο “ανήκουμε στη Δύση” και το κάνουμε σημαία—αλλά χωρίς το δύσκολο μέρος: πειθαρχία σε κανόνες που ισχύουν για όλους.
Έτσι η Ευρώπη γίνεται βιτρίνα. Όχι μέτρο αυτοκριτικής.
4) «Τρεις εμπρηστές σε κάθε δέντρο»: η καταστροφή ως τρόπος ζωής
Οι φωτιές είναι πραγματικές. Αλλά εδώ είναι και σύμβολο:
είμαστε ικανοί να κάνουμε ζημιά στον ίδιο μας τον τόπο με απίστευτη ευκολία—και μετά να το παίζουμε έκπληκτοι.
Το μοτίβο είναι ίδιο παντού:
- καταστρέφουμε και μετά ζητάμε αποζημίωση
- ρημάζουμε και μετά ζητάμε “στήριξη”
- χτίζουμε πάνω στο πρόβλημα και μετά κλαίμε για την κατάρρευση
Δεν είναι «μοίρα». Είναι κουλτούρα ατιμωρησίας.
- Πότε ακριβώς συμφωνήσαμε ότι η «εξυπνάδα» είναι να ξεγλιστράς από τον κανόνα;
- Γιατί μας φαίνεται φυσιολογικό να προχωρά ο μέτριος με πλάτες και να απολογείται ο ικανός;
- Τι φοβόμαστε περισσότερο: την αλλαγή ή την αξιολόγηση που θα δείξει ποιος πραγματικά αξίζει;
- Αν αύριο “καθαρίσει” ο τόπος από τη βρωμιά, θα έχουμε κρατήσει άνθρωπο μέσα στον τόπο ή θα έχει μείνει μόνο σκηνικό;
5) «Αν ξεβρομίσει αυτός ο τόπος…»: η πιο τρομακτική πρόβλεψη
Η τελευταία φράση δεν είναι απαισιοδοξία. Είναι προειδοποίηση:
μπορεί να μείνουν οι δρόμοι, τα κτίρια, οι βιτρίνες—αλλά να φύγουν η εμπιστοσύνη, η αξιοπρέπεια, η διάθεση συμμετοχής. Να μείνει “τόπος” χωρίς “κοινωνία”.
Και τότε δεν χρειάζεται καν να μας νικήσει κανείς. Θα το έχουμε κάνει μόνοι μας.
Δεν μας λείπουν οι λύσεις. Μας λείπει η απόφαση να κόψουμε τα άλλοθι.
Γιατί αλλιώς, από την Ακρόπολη ως τον Καιάδα, θα συνεχίσουμε να κάνουμε το ίδιο πράγμα: να μην στεκόμαστε ούτε στο ύψος των αξιών μας, ούτε στο βάθος της ευθύνης μας.

