Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που κουβαλούν μέσα τους μια ολόκληρη εποχή. Μια εποχή όπου η αξία του ανθρώπου δεν μετριόταν από τα χρήματα, τη δημοσιότητα ή την εικόνα του, αλλά από τον κόπο, τον λόγο, την αξιοπρέπεια και την προσφορά του.
Σήμερα τους συναντάς καθισμένους στο πεζούλι ενός χωριού, στην αυλή του σπιτιού τους ή στο καφενείο. Μιλούν λίγο, παρατηρούν πολύ. Στα πρόσωπά τους είναι χαραγμένες δεκαετίες αγώνα και στα χέρια τους αποτυπωμένη η ιστορία ενός τόπου. Είναι χέρια που έσπειραν τη γη, έχτισαν σπίτια, μεγάλωσαν οικογένειες, πέρασαν πολέμους, φτώχεια και δυσκολίες, χωρίς να ζητήσουν ποτέ ανταμοιβή.
Ανήκουν στους τελευταίους ανθρώπους μιας γενιάς που έμαθε να δημιουργεί χωρίς να επιδεικνύεται, να προσφέρει χωρίς να διαφημίζεται και να κρατά τον λόγο της ως συμβόλαιο τιμής. Η ζωή τους ήταν ένα καθημερινό μάθημα ήθους, υπομονής και ευθύνης.
Όταν αυτοί οι άνθρωποι φύγουν, δεν θα χαθούν μόνο αγαπημένα πρόσωπα. Θα χαθεί ένας ολόκληρος τρόπος ζωής. Θα σιγήσει μια γνώση που δεν γράφτηκε ποτέ σε βιβλία, αλλά μεταδόθηκε από στόμα σε στόμα, από πατέρα σε παιδί, από γιαγιά σε εγγόνι. Μια σοφία γεννημένη από την εμπειρία και όχι από τις οθόνες.
Ίσως τότε αντιληφθούμε ότι ο πραγματικός πλούτος ενός χωριού δεν ήταν ποτέ τα κτίρια, οι δρόμοι ή οι πλατείες του. Ήταν οι άνθρωποί του. Εκείνοι που κράτησαν ζωντανές τις παραδόσεις, την αλληλεγγύη, το φιλότιμο και την ανθρωπιά.
Ας τους προλάβουμε όσο είναι ακόμη κοντά μας. Ας τους ακούσουμε, ας τους τιμήσουμε και ας τους ευχαριστήσουμε. Γιατί μαζί τους φεύγει ένα κομμάτι της συλλογικής μας μνήμης. Και μια κοινωνία που ξεχνά τους ανθρώπους που τη θεμελίωσαν, κινδυνεύει να χάσει και τον ίδιο της τον εαυτό.

