Το τελευταίο έργο της Βρετανίδας Μπεθ Στιλ «Μέχρι να σβήσουν τ’ άστρα» περιγράφει την ημέρα μιας οικογένειας προερχόμενης από την εργατική τάξη της Αγγλίας που συγκεντρώνεται για να γιορτάσει τον γάμο της νεότερης από τις τρεις αδερφές. Ο γαμπρός είναι Πολωνός μετανάστης που άθελά του πυροδοτεί μια σειρά από εξελίξεις. Μέσα στην εορταστική ατμόσφαιρα με χορό, τραγούδι και άφθονο αλκοόλ έρχονται στην επιφάνεια κρυμμένα συναισθήματα, οικογενειακά μυστικά και απωθημένα από τα δύσκολα παιδικά χρόνια των τριών αδερφών. Παλιές πληγές από την εποχή της Θάτσερ με τη μακροχρόνια απεργία των μεταλλωρύχων και το τελικό κλείσιμο των ορυχείων, που οδήγησε στη φτώχεια τους κατοίκους μεγάλων περιοχών.
Στη συζήτησή μας ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος εξηγεί τους λόγους που επέλεξε να σκηνοθετήσει ακόμη ένα σύγχρονο, άπαιχτο έργο στην Ελλάδα, εστιάζοντας στον αντίκτυπο των πολιτικών και οικονομικών κρίσεων στις ζωές των ανθρώπων. Η συζήτηση έφτασε αναπόφευκτα και στις σημερινές εξελίξεις με το ζήτημα του Αγνωστου Στρατιώτη και την απεργία πείνας του Πάνου Ρούτσι
Παρατηρώντας το ρεπερτόριο των έργων που σκηνοθετείτε τα τελευταία χρόνια διακρίνω μια προτίμηση στη σύγχρονη δραματουργία.
Όταν επιλέγω ένα έργο έχει σημασία να αφορά τον κόσμο. Οχι απαραίτητα όλο τον κόσμο αλλά σίγουρα το κομμάτι εκείνο που βλέπει θέατρο και μάλιστα θέατρο του Νέου Κόσμου. Παραμυθάδες είμαστε οι άνθρωποι του θεάτρου. Λέμε ιστορίες άλλοτε αληθινές κι άλλοτε ψεύτικες. Οι ιστορίες αυτές όμως πρέπει να έχουν κάτι να μας πουν. Μου αρέσει η σύγχρονη δραματουργία γιατί περιγράφει μια κοινωνία που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο αναγνωρίζω. Μπορεί όχι με τους αυστηρούς περιορισμούς του χρόνου και του τόπου αλλά με την ταύτιση των ηρώων στη θέση των οποίων θα μπορούσαμε εύκολα να βρεθούμε. Επίσης, μου φαίνεται συναρπαστικό όταν οι συγγραφείς προσθέτουν στα έργα τους προσωπικά βιώματα. Ο δημιουργός δεν είναι ξεκομμένος από τις σκέψεις του ούτε από τις εμπειρίες του. Οπότε, ναι, μου αρέσουν τα σύγχρονα έργα που μας φέρνουν νέες ιστορίες για ανθρώπους που μας μοιάζουν.
Ποια είναι η ιστορία που μας φέρνουν οι ήρωες της Μπεθ Στιλ στο έργο «Μέχρι να σβήσουν τ’ άστρα»;
Πρόκειται για ένα έργο που έχει παιχτεί στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας και του Γουέστ Εντ όπου το κοινό το καλωσόρισε με μεγάλο ενθουσιασμό. Είναι το πιο πρόσφατο θεατρικό της Μπεθ Στιλ που είναι γνωστή για τα κοινωνικοπολιτικά θέματα των έργων της. Παιδί ανθρακωρύχου και η ίδια θυμάται ότι η απόφαση της Θάτσερ να κλείσει τα ορυχεία επηρέασε τη ζωή και της δικής της οικογένειας. Ολη η δράση εξελίσσεται μέσα σε μία μέρα. Με αφορμή έναν γάμο τρεις γενιές έρχονται αντιμέτωπες με το πένθος, τον ρατσισμό, τον καθημερινό αγώνα για επιβίωση αλλά και την αγάπη που καταφέρνει να νικήσει μέσα σε συνθήκες απώλειας και κοινωνικής αδικίας. Οι ήρωές μας προσπαθούν να αλλάξουν τις ζωές τους χωρίς να πετάξουν τίποτε από το παρελθόν που τους πλήγωσε.
Θυμίζουν τσεχωφικούς ήρωες τα πρόσωπα του έργου.
Εννοείται ότι υπάρχουν συνδέσεις με τον Τσέχωφ. Ακόμη και η επιλογή των τριών αδερφών μάς πηγαίνει στο θεατρικό δράμα του Ρώσου συγγραφέα. Κι εδώ έχουμε να κάνουμε με οικογενειακές σχέσεις που ενίοτε καταλήγουν σε δράματα που προσπαθούν να υπάρξουν μέσα σε αντιφάσεις. Ματαιώσεις και επιθυμίες δοσμένες με γλυκόπικρο χιούμορ, οι οποίες φανερώνουν τη φύση του ανθρώπου που στέκει ευάλωτη μπροστά στις προσδοκίες της. Η Στιλ σε καμία περίπτωση δεν αντιγράφει τον Τσέχωφ, κάνοντας όμως πολιτικό θέατρο τοποθετεί στον πυρήνα της δραματουργίας της τον άνθρωπο που αναζητά καλύτερη ζωή. Οι ήρωές μας, όπως και όλοι οι άνθρωποι, δεν μπορούν να ζήσουν μέσα στην κοινωνική αδικία που τους έχει επιβληθεί από επιλογές άλλων.
Κάτι παρόμοιο είχατε πει και στο Σύνταγμα όταν τα καλλιτεχνικά σωματεία απηύθυναν κάλεσμα για τον απεργό πείνας Πάνο Ρούτσι. Θυμάμαι ότι είχατε πει πως δεν αντέχεται τόση αδικία.
Αδικο έχω; Να έχεις χάσει το παιδί σου, να σου φέρνουν ό,τι έχει απομείνει από εκείνο σε μια σακούλα κι από πάνω να σου αρνούνται να μάθεις τις ακριβείς αιτίες θανάτου του. Με πιάνει τρέλα και μόνο που το σκέφτομαι. Εβλεπα αυτόν τον πατέρα να μαζεύει τις δυνάμεις του για να μιλήσει κι επειδή είμαι και εγώ πατέρας και παππούς ένιωθα να με καίει αυτή η αδικία. Θα το πω όπως το νιώθω: Ντρέπομαι που ζω στο καθεστώς Μητσοτάκη.
Πώς σχολιάζετε την τροπολογία για τον Αγνωστο Στρατιώτη που ψηφίστηκε πριν από μερικές ημέρες;
Εκδικητική και άθλια, πώς αλλιώς να τη χαρακτηρίσω. Η αλαζονεία της κυβέρνησης δεν άντεξε ότι ένας άνθρωπος ύψωσε το ανάστημά του και κατάφερε να τους νικήσει. Ο Πάνος Ρούτσι τους νίκησε κι αυτό δεν θα του το συγχωρήσουν ποτέ. Αυτός ο τραγικός πατέρας πήρε δύναμη από το πένθος του και στάθηκε μπροστά τους. Ο Μητσοτάκης ξέρει ότι έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση και όποιον πάει να σηκώσει κεφάλι τον εκδικείται και αυτό είναι κάτι που το γνωρίζω καλά.
Τι εννοείτε το «γνωρίζετε καλά»;
Τον Ιούλιο του 2022, στο πλαίσιο του προγράμματος «Ολη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός» σκηνοθέτησα σε κείμενο της Ελλης Παπαδημητρίου την παράσταση «Ανατολή» στον αρχαιολογικό χώρο της μυκηναϊκής Ακρόπολης Τίρυνθας. Τότε, αν θυμάστε, ήταν η δίκη του Λιγνάδη και σε όλα τα θέατρα διαβαζόταν η επιστολή του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών που έλεγε «Βιαστής είναι». Στη δική μας παράσταση διάβασε την επιστολή ο Μιχάλης Τιτόπουλος. Την επόμενη ημέρα δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από την Παναγιωταρέα που με έβριζε επειδή επέτρεψα να διαβαστεί η επιστολή και να ακουστεί το «Βιαστής είναι». Δηλαδή τι περίμεναν; Οτι θα έδινα εντολή στους ηθοποιούς να μη διαβάσουν το κείμενο; Την επόμενη χρονιά η επιχορήγησή μας μειώθηκε στο μισό και τη μεθεπόμενη το Θέατρο του Νέου Κόσμου κόπηκε από το πρόγραμμα.
Μετανιώσατε καθόλου γι’ αυτή σας την απόφαση;
Δεν μετάνιωσα ούτε μια στιγμή για την απόφασή μου. Εννοείται ότι στήριξα τους συνεργάτες μου και θα το έκανα ξανά χωρίς δεύτερη σκέψη. Το θέατρο δεν είναι απλώς μια πράξη καλλιτεχνική ούτε περιορίζεται στο όραμα ή στις φιλοδοξίες μόνο ενός ανθρώπου. Είναι μια βαθύτατα πολιτική πράξη που αντανακλά τον τρόπο που επιλέγουμε να σταθούμε απέναντι στην αδικία. Δεν αναφέρομαι στη στρατευμένη τέχνη ούτε φυσικά στην καθοδηγούμενη, αλλά σε αυτήν που αφουγκράζεται την κοινωνία και θέτει ερωτήματα και προβληματισμούς. Η ανακοίνωση του ΣΕΗ έπρεπε να διαβαστεί κι αυτό έγινε. Αν κάτι με στενοχώρησε στο τηλεφώνημα που δέχτηκα ήταν η κατάντια του πολιτικού συστήματος.
Το δικό σας όραμα για το Θέατρο του Νέου Κόσμου έχει αλλάξει μέσα στα χρόνια;
Οι λόγοι που δημιουργήθηκε το Θέατρο του Νέου Κόσμου ήταν η επιθυμία μου να κάνω θέατρο με τους δικούς μου όρους, χωρίς να χρειάζεται να κάνω υποχωρήσεις και εκπτώσεις. Δεν ήθελα να εξαρτώμαι από κανέναν κι αυτό, αν θέλετε, απαντάει και στην προηγούμενη ερώτησή σας για το εάν μετάνιωσα που επέτρεψα να διαβαστεί η επιστολή για τον Λιγνάδη. Με ενδιέφερε η συνύπαρξη με νέους καλλιτέχνες, αποτελεί μέρος της ταυτότητας του Θεάτρου του Νέου Κόσμου κι αυτός είναι και ο λόγος που από την αρχή φτιάχτηκαν τρεις παράλληλες σκηνές: Η Κεντρική Σκηνή, ο Κάτω Χώρος και το Δώμα. Ηταν μια συνειδητή κίνηση. Η ορμή που φέρνουν οι νέοι άνθρωποι σε έναν χώρο διαχέεται σε όλο το θέατρο, ακόμη και στο κοινό. Το όραμα είναι κάτι που αποκαλύπτεται στη διαδρομή. Δεν είναι υποχρεωτικότητα κι ούτε μου αρέσουν οι εμμονές. Σαφώς υπάρχει μια κατεύθυνση –με όποιες αλλαγές προκύπτουν στη ζωή του κάθε ανθρώπου–, αλλά το σημαντικότερο για μένα ήταν πάντα να κάνω θέατρο που να συνομιλεί με την εποχή του.
Ισχύει ότι ως μαθητής δημοτικού πηγαίνατε θέατρο με εισιτήρια από την αστυνομία;
Με πηγαίνετε πολύ πίσω, αλλά πρόκειται για μια όμορφη ιστορία. Ο πατέρας μου είχε ραφείο, για την ακρίβεια ήταν εμποροράφτης γιατί εκτός από τη ραπτική εργασία πουλούσε και τα υφάσματα. Το πρώτο μαγαζί ήταν στη γειτονιά που μεγάλωσα, στα Ιλίσια. Μετά άνοιξε κι άλλο ραφείο στην Ιπποκράτους, λίγο πιο δίπλα από το θέατρο Ακροπόλ. Ο πατέρας μου είχε μια παραξενιά, του άρεσε να ράβει τα βράδια. Καθόταν κι έκοβε υφάσματα στον πάγκο, ενώ μαζεύονταν οι φίλοι του κι έπιναν και ουζάκια. Ενας από τους φίλους του ήταν ο τότε διοικητής του αστυνομικού τμήματος της περιοχής Χρήστος Καραθανάσης. Ο πατέρας μου ήταν ΚΚΕ και εκείνος δεξιός που, όμως, δεν γούσταρε καθόλου τη χούντα. Ηξερε την αγάπη που είχα για το θέατρο και μου έφερνε προσκλήσεις που είχαν πάνω τη σφραγίδα της αστυνομίας. Η σχέση μου με την αστυνομία χαρακτηρίζεται από απέχθεια. Σιχαίνομαι κάθε είδους εξουσίας και γι’ αυτό είμαι ενοχλημένος που η κυβέρνηση έχει γεμίσει την Αθήνα με αστυνομικούς. Τον φίλο του πατέρα μου τον θυμάμαι με καλοσύνη γιατί ήταν ένας ευαίσθητος άνθρωπος.

«Η αλαζονεία της κυβέρνησης δεν άντεξε ότι ένας άνθρωπος ύψωσε το ανάστημά του και κατάφερε να τους νικήσει. Ο Πάνος Ρούτσι τους νίκησε κι αυτό δεν θα του το συγχωρήσουν ποτέ», λέει ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος (φωτογραφία: ΚΩΣΤΑΣ ΤΖΟΥΜΑΣ/EUROKINISSI)
Μια πορεία που ξεκίνησε το 1995
Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος θυμάται πώς ιδρύθηκε το Θέατρο του Νέου Κόσμου: «Η ιστορία του ξεκίνησε το 1995 με την ίδρυση της Νέας Σκηνής. Η πρώτη παράσταση που ανέβηκε ήταν η “Φιλονικία” του Μαριβώ στον Τεχνοχώρο υπό Σκιάν. Δύο χρόνια αργότερα η νεοσύστατη εταιρεία αποκτά τη δική της μόνιμη στέγη. Μια ερειπωμένη αποθήκη, η πρώτη ζυθαποθήκη του Φιξ, κηρύχτηκε διατηρητέα ως αξιόλογο βιομηχανικό κτίσμα των αρχών του 20ού αιώνα και στη συνέχεια μετατράπηκε σε ένα λειτουργικό θέατρο, με τρεις αίθουσες, το Θέατρο του Νέου Κόσμου. Οι εργασίες για τη μετατροπή της παλιάς ζυθαποθήκης σε θέατρο ξεκίνησαν τον Μάιο του 1998 και ολοκληρώθηκαν τον Φεβρουάριο του 1999. Προτού ακόμη ξεκινήσουν οι οικοδομικές εργασίες στο θέατρο, το καλοκαίρι του 1997 ανέβηκε στην αυλή ο “Κοινός λόγος” της Ελλης Παπαδημητρίου, με φυσικό σκηνικό της παράστασης ένα ερειπωμένο σπιτάκι που έστεκε ακόμη, με τις επεμβάσεις του Αντώνη Δαγκλίδη. Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς ανέβηκε στην παλιά αποθήκη η “Βρομιά” του Ρόμπερτ Σνάιντερ, ενώ το σπιτάκι της αυλής μετατράπηκε για λίγους μήνες σε πρόχειρο φουαγιέ, όπου λειτουργούσε παράλληλα η έκθεση φωτογραφίας του Ηλία Μπουργιώτη με θέμα “Κούρδοι πρόσφυγες στην Ελλάδα”.
Οι πρώτες παραστάσεις που ανέβηκαν στο νέο κτίριο ήταν το “Περλιμπλίν και Μπελίσα” στην Κεντρική Σκηνή (Μάρτιος 1999) και οι “Δύο θεοί” (Απρίλιος 1999) στον Κάτω Χώρο».

