Η αμόλυβδη αγγίζει τα 2 ευρώ, ενώ ο ελληνικός μισθός παραμένει στον πάτο της Ευρώπης
Η τιμή στην αντλία λέει τη μισή αλήθεια. Η άλλη μισή βρίσκεται στο εκκαθαριστικό της μισθοδοσίας.
Στις 20 Ιουλίου 2026 η μέση τιμή της αμόλυβδης ήταν περίπου 1,46 ευρώ στη Σουηδία, 1,61 ευρώ στην Ισπανία, 1,49 ευρώ στην Κύπρο και 1,98 ευρώ στην Ελλάδα. Η χώρα μας είχε, δηλαδή, ακριβότερη βενζίνη από τρεις χώρες με αισθητά υψηλότερους μισθούς. Τα δεδομένα επιβεβαιώνονται από το εβδομαδιαίο δελτίο τιμών πετρελαιοειδών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική ληστεία της αγοραστικής δύναμης: ο Έλληνας δεν αγοράζει απλώς ακριβή βενζίνη. Την αγοράζει με έναν από τους χαμηλότερους μισθούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Με βάση τους ενδεικτικούς μικτούς μηνιαίους μισθούς της σύγκρισης –3.800 ευρώ στη Σουηδία, 2.679 στην Ισπανία, 2.500 στην Κύπρο και 1.363 στην Ελλάδα– ένα γέμισμα 50 λίτρων κοστίζει:
- περίπου 73 ευρώ στη Σουηδία, δηλαδή το 1,9% του μικτού μισθού,
- περίπου 81 ευρώ στην Ισπανία, δηλαδή το 3%,
- περίπου 74,5 ευρώ στην Κύπρο, επίσης σχεδόν το 3%,
- σχεδόν 99 ευρώ στην Ελλάδα, δηλαδή πάνω από το 7,2%.
Οι συγκεκριμένοι μισθοί προέρχονται από διαφορετικές εθνικές περιόδους αναφοράς και η σύγκριση είναι ενδεικτική. Το συμπέρασμα, όμως, επιβεβαιώνεται από τα απολύτως συγκρίσιμα στοιχεία της Eurostat: το 2024 η Ελλάδα είχε τον δεύτερο χαμηλότερο μέσο ετήσιο μικτό μισθό πλήρους απασχόλησης στην ΕΕ, μόλις 18.000 ευρώ, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 39.800 ευρώ. Eurostat
Άρα, ακόμη κι αν αύριο η τιμή της αμόλυβδης μειωνόταν κατά δέκα λεπτά, το βασικό πρόβλημα θα παρέμενε: η Ελλάδα έχει ευρωπαϊκές τιμές και βαλκανική αγοραστική δύναμη.
Οι φόροι δεν είναι φυσικό φαινόμενο
Ένα μεγάλο μέρος της τιμής των καυσίμων είναι φορολογία. Στην Ελλάδα ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στην αμόλυβδη παραμένει στα 700 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, δηλαδή 70 λεπτά στο λίτρο, και πάνω στην τελική φορολογητέα αξία επιβάλλεται ΦΠΑ 24%.
Με απλά λόγια, το κράτος δεν φορολογεί μόνο το καύσιμο. Φορολογεί και τον φόρο του καυσίμου.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ορίζει ελάχιστα όρια ΕΦΚ, αλλά τα κράτη έχουν περιθώριο να επιλέξουν τη δική τους πολιτική πάνω από αυτά. Και το 2026 αρκετές κυβερνήσεις επέλεξαν να παρέμβουν. Η Σουηδία μείωσε τον ΕΦΚ από την 1η Ιανουαρίου, ενώ η Ισπανία προχώρησε τον Μάρτιο σε προσωρινή μείωση ΦΠΑ και ειδικών φόρων.
Η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε διαφορετικό δρόμο: πλαφόν στα περιθώρια κέρδους, επιμέρους επιδοτήσεις και, τον Ιούλιο, προσωρινή συμφωνία με τα δύο διυλιστήρια για μείωση περίπου 10 λεπτών στην αμόλυβδη έως το τέλος Αυγούστου. Πρόκειται για ανακούφιση, αλλά όχι για μόνιμη αλλαγή της φορολογικής αρχιτεκτονικής. Reuters
Και εδώ γεννάται το πολιτικό ερώτημα: όταν υπάρχουν υπερπλεονάσματα, γιατί η ελάφρυνση επιστρέφει με τη μορφή προσωρινού επιδόματος ή περιορισμένης έκπτωσης και όχι με μια καθαρή, ελεγχόμενη και μετρήσιμη μείωση του βάρους στην αντλία;
Γιατί το επίδομα δημιουργεί εξάρτηση και επικοινωνιακή διαχείριση. Η μόνιμη μείωση φόρου δημιουργεί πολίτες με μεγαλύτερη οικονομική αυτονομία.
Τα διυλιστήρια, ο ανταγωνισμός και η βολική ομίχλη
Ο ισχυρισμός ότι «στις άλλες χώρες δεν αισχροκερδούν τα διυλιστήρια» δεν μπορεί να διατυπωθεί ως αποδεδειγμένο γεγονός. Κερδοσκοπικά φαινόμενα, υψηλά περιθώρια και ασύμμετρη μετακύλιση των διεθνών τιμών έχουν απασχολήσει πολλές ευρωπαϊκές αγορές.
Στην Ελλάδα, όμως, η μεγάλη συγκέντρωση της αγοράς διύλισης, η αργή αποκλιμάκωση των λιανικών τιμών όταν πέφτουν οι διεθνείς τιμές και η ανάγκη διαδοχικών κυβερνητικών πλαφόν δικαιολογούν αυστηρό έλεγχο.
Όχι συνθήματα. Πραγματικό έλεγχο σε κάθε στάδιο: διεθνής τιμή, περιθώριο διύλισης, χονδρική, μεταφορά, πρατήριο και τελικός φόρος.
Αν όλα λειτουργούν υποδειγματικά, τα στοιχεία μπορούν να δημοσιοποιηθούν. Αν δεν δημοσιοποιούνται, η καχυποψία των πολιτών δεν είναι λαϊκισμός. Είναι το φυσικό αποτέλεσμα της αδιαφάνειας.
Χαμηλοί μισθοί, ακριβή ενέργεια
Το πρόβλημα δεν τελειώνει στην αντλία. Τον Μάιο του 2026 ο πληθωρισμός στην Ελλάδα κινήθηκε κοντά στο 5%, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 3,3% και στην Ευρωζώνη 3,2%. Η ενέργεια ήταν ο βασικός επιταχυντής των ανατιμήσεων. Eurostat
Και η ενέργεια δεν μένει ποτέ μόνη της. Περνά στις μεταφορές, στα τρόφιμα, στη βιομηχανία, στον τουρισμό, στο ενοίκιο, στην παραγωγή και τελικά σε κάθε απόδειξη.
Όσο για το πολυσυζητημένο Χρηματιστήριο Ενέργειας, χρειάζεται ακρίβεια: δεν ισχύει σήμερα ότι η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της ΕΕ όπου το 100% της ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφώνεται υποχρεωτικά από αυτό.
Το παλαιό μοντέλο της υποχρεωτικής «δεξαμενής» καταργήθηκε με την εφαρμογή του ευρωπαϊκού Target Model το 2020 και πλέον υπάρχουν αγορές επόμενης ημέρας, ενδοημερήσιες και εξισορρόπησης, χρηματοπιστωτικά προϊόντα και διμερή συμβόλαια.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το σύστημα λειτουργεί άψογα. Η μεγάλη βαρύτητα της αγοράς επόμενης ημέρας, η οριακή τιμολόγηση –όπου συχνά η ακριβότερη αναγκαία μονάδα φυσικού αερίου επηρεάζει την τιμή–, οι περιορισμένες διασυνδέσεις, η ανεπαρκής αποθήκευση και η συγκέντρωση της αγοράς μπορούν να μεταφέρουν δυσανάλογο κόστος στον καταναλωτή.
Αυτά είναι τα πραγματικά προβλήματα. Δεν χρειάζονται υπερβολές για να είναι πολιτικά εκρηκτικά.
Ο λιγνίτης που «ρυπαίνει» εδώ και γίνεται ρεύμα αλλού
Η συζήτηση για τον λιγνίτη είναι επίσης γεμάτη εύκολες κραυγές. Δεν τεκμηριώνεται αξιόπιστα αποτίμηση ελληνικών αποθεμάτων ύψους 300 δισ. ευρώ. Τεκμηριώνεται, όμως, μια εξόχως παράδοξη πραγματικότητα.
Από τον Μάρτιο του 2022 έως τον Μάρτιο του 2026 εξήχθησαν από την Ελλάδα προς τη Βόρεια Μακεδονία περίπου 2,96 εκατομμύρια τόνοι λιγνίτη, με έσοδα 91,7 εκατ. ευρώ. Ο λιγνίτης αυτός συνέβαλε στην παραγωγή περίπου 1,5 TWh ηλεκτρικής ενέργειας στον σταθμό της Μπίτολα. Green Tank
Παράλληλα, η Βόρεια Μακεδονία εξήγαγε προς την Ελλάδα ηλεκτρική ενέργεια αξίας περίπου 50 εκατ. δολαρίων το 2024. OEC
Δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι η Ελλάδα εισήγαγε τις ίδιες κιλοβατώρες που παρήχθησαν από τον ελληνικό λιγνίτη. Η αντίφαση, όμως, παραμένει: η χώρα εγκαταλείπει βίαια ένα εγχώριο καύσιμο λόγω κόστους ρύπων και περιβαλλοντικής πολιτικής, ενώ μέρος του εξάγεται για να καεί λίγα χιλιόμετρα βορειότερα, εκτός του ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών.
Αυτό δεν είναι πράσινη μετάβαση με σχέδιο. Είναι εξαγωγή ρύπων, θέσεων εργασίας και ενεργειακής εξάρτησης.
Γιατί δεν αντιδρούν οι Έλληνες;
Δεν είναι ότι δεν καταλαβαίνουν. Καταλαβαίνουν πολύ καλά τι συμβαίνει κάθε φορά που γεμίζουν το ρεζερβουάρ, ανοίγουν τον λογαριασμό του ρεύματος ή στέκονται μπροστά στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.
Αλλά δεκαπέντε χρόνια συνεχών κρίσεων δημιούργησαν οικονομική εξάντληση, φόβο, ιδιώτευση και μια κοινωνία που παλεύει ατομικά να επιβιώσει.
Όταν ο πολίτης εξαρτάται από μια δόση, ένα επίδομα, μια ρύθμιση, μια προσωρινή ενίσχυση ή έναν μισθό που εξαφανίζεται πριν τελειώσει ο μήνας, η συλλογική αντίδραση γίνεται δυσκολότερη.
Αυτό δεν είναι αποδοχή. Είναι κόπωση.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη πολιτική επιτυχία του συστήματος: όχι ότι έπεισε τους Έλληνες πως ζουν καλά, αλλά ότι τους έπεισε πως τίποτε δεν αλλάζει.
Η βενζίνη των 2 ευρώ δεν είναι απλώς ενεργειακό πρόβλημα. Είναι ακτινογραφία μιας χώρας που φορολογεί σαν πλούσια, πληρώνει σαν φτωχή και μοιράζει προσωρινά βοηθήματα για να μη συζητήσει ποτέ τη μόνιμη αδικία.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι πόση ακόμη «ληστεία» μπορούν να αντέξουν οι Έλληνες.
Το ερώτημα είναι πότε θα αποφασίσουν ότι δεν είναι υποχρεωμένοι να την ανέχονται.

