Την ώρα που τα μεγάλα επιχειρηματικά μεγέθη πανηγυρίζουν για εκατοντάδες εκατομμύρια σε κέρδη, η ελληνική κοινωνία μετράει τα ψιλά της στο ταμείο, κόβει βασικά είδη από το τραπέζι και βλέπει το ρεύμα να μετατρέπεται από αγαθό σε απειλή.
Και κάπου εκεί, πίσω από τις θριαμβευτικές ανακοινώσεις και τα «ισχυρά αποτελέσματα», γεννιέται ένα απλό αλλά αμείλικτο ερώτημα: σε ποια χώρα παράγονται αυτά τα κέρδη; Στην Ελλάδα της ευημερίας ή στην Ελλάδα της εξάντλησης;
Τα κέρδη τους, η ασφυξία των πολλών
Όταν ένας ενεργειακός όμιλος εμφανίζει κερδοφορία εκατοντάδων εκατομμυρίων, δεν πρόκειται απλώς για μια εταιρική επιτυχία. Πρόκειται για πολιτικό γεγονός.
Γιατί αυτά τα νούμερα δεν γεννιούνται σε κοινωνικό κενό. Γεννιούνται μέσα σε μια χώρα όπου ο πολίτης τρομάζει να ανοίξει τον λογαριασμό του ρεύματος, μπαίνει στο σούπερ μάρκετ και βγαίνει με λιγότερα από όσα χρειάζεται, βλέπει το εισόδημά του να μικραίνει πριν τελειώσει ο μήνας.
Η πρόκληση, λοιπόν, δεν είναι μόνο λογιστική. Είναι ηθική και κοινωνική.
Διότι όταν οι λίγοι μετρούν υπεραποδόσεις και οι πολλοί μετρούν στερήσεις, τότε δεν έχουμε απλώς αγορά. Έχουμε καθεστώς ανισορροπίας. Έχουμε μια οικονομία που επιβραβεύει τη συγκέντρωση δύναμης και τιμωρεί την ίδια την κοινωνική βάση που τη συντηρεί.
Η ενέργεια δεν είναι απλό εμπόρευμα
Η ενέργεια δεν είναι ένα ακόμη προϊόν στο ράφι. Δεν είναι είδος πολυτελείας. Δεν είναι χρηματιστηριακό παιχνίδι για λίγους. Είναι όρος επιβίωσης για τα νοικοκυριά, για τις μικρές επιχειρήσεις, για ολόκληρη την παραγωγική ζωή της χώρας.
Γι’ αυτό και όταν στον χώρο της ενέργειας καταγράφονται τέτοιες αποδόσεις, η κοινωνία δικαιούται να ρωτήσει:
ποιο είναι το πραγματικό κόστος, ποιο είναι το περιθώριο, ποιος πληρώνει τελικά τον λογαριασμό;
Και πάνω απ’ όλα: πώς γίνεται να βαφτίζεται «υγιής αγορά» μια πραγματικότητα στην οποία ο καταναλωτής δεν έχει ουσιαστική δύναμη, αλλά μόνο την υποχρέωση να πληρώνει;
Όσο αυτά τα ερωτήματα μένουν χωρίς καθαρή απάντηση, τόσο θα μεγαλώνει η πεποίθηση ότι η αγορά ενέργειας λειτουργεί ως μηχανισμός μεταφοράς βάρους από τους πολλούς προς τους ισχυρούς. Και τότε το πρόβλημα παύει να είναι επιχειρηματικό. Γίνεται βαθιά δημοκρατικό.
Δύο Ελλάδες, ένας λογαριασμός
Υπάρχει πλέον μια Ελλάδα που ανακοινώνει αποτελέσματα, deals, αποδόσεις, επενδυτικές κινήσεις και στρατηγικές νίκες.
Και υπάρχει και η άλλη Ελλάδα: αυτή που ζει με ανασφάλεια, με άγχος, με μόνιμη αίσθηση ότι δουλεύει μόνο για να καλύπτει τα απολύτως βασικά.
Αυτές οι δύο Ελλάδες δεν απέχουν πια απλώς. Συγκρούονται.
Η πρώτη μιλά τη γλώσσα των ισολογισμών. Η δεύτερη τη γλώσσα της επιβίωσης.
Η πρώτη παρουσιάζει την κερδοφορία ως απόδειξη επιτυχίας. Η δεύτερη τη βλέπει ως καθρέφτη της δικής της αδυναμίας.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη πολιτική ενοχή του συστήματος:
ότι έμαθε να θεωρεί φυσιολογικό να θριαμβεύουν οι κορυφές ενώ αδειάζει η βάση. Να μιλά για ανάπτυξη την ώρα που η κοινωνία δεν ανασαίνει. Να πανηγυρίζει για αριθμούς, ενώ ο λαός ζει όλο και πιο μικρά.
Γιάννη, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσα έβγαλε ο όμιλος.
Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσα έχασε η κοινωνία για να μπορούν οι ισχυροί να πανηγυρίζουν έτσι.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, τα μεγάλα κέρδη δεν κρίνονται μόνο από το ύψος τους.
Κρίνονται από τη σκιά που ρίχνουν πάνω σε μια χώρα που φτωχαίνει.
Και σήμερα η σκιά αυτή είναι βαριά. Πολύ βαριά.

