Υπάρχει ένα ερώτημα που επιστρέφει κάθε φορά που ανοίγουν κάλπες:
πώς γίνεται οι φτωχοί άνθρωποι, οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι να ψηφίζουν ενάντια στα συμφέροντά τους;
Για χρόνια το έβλεπα σαν παράλογο. Μεγαλώνοντας, κατέληξα σε ένα συμπέρασμα απλό — και σκληρό:
ο άνθρωπος θαυμάζει εκείνον που έχει όσα ο ίδιος λαχταρά να αποκτήσει.
Και όταν ο θαυμασμός γίνει πολιτικό κριτήριο, η ψήφος μετατρέπεται σε ταύτιση. Όχι με το συμφέρον σου. Με το όνειρο που σου πούλησαν.
Έχω θαυμάσει κι εγώ παλάτια χρυσοστόλιστα, πολυτελή αυτοκίνητα, «ατράνταχτες» περιουσίες. Όμως ξέρω και κάτι που δεν χωράει στα διαφημιστικά φυλλάδια της επιτυχίας:
το αίμα, ο ιδρώτας και τα δάκρυα που χρειάστηκαν για να χτιστούν όλα αυτά, συνήθως δεν αναλογούν στους ιδιοκτήτες τους.
Τα πλήρωσαν άλλοι. Τα πλήρωσε η κοινωνία. Τα πλήρωσαν εργαζόμενοι χωρίς φωνή.
Στη δική μου ζωή — με λίγες εξαιρέσεις — χρήματα βγάζουν κυρίως δύο κατηγορίες:
- όσοι γεννήθηκαν μέσα στο χρήμα και
- όσοι ευνοήθηκαν από τα διεφθαρμένα καθεστώτα εξουσίας.
Και εδώ κρύβεται ο μηχανισμός. Ένα καθεστώς διαφθοράς, με μοναδικό θεό το χρήμα, δεν κυβερνά μόνο με νόμους. Κυβερνά με υποσχέσεις. Κυβερνά με την πιο επικίνδυνη ουσία της πολιτικής: την ελπίδα χωρίς αξιοπρέπεια.
Δίνει στον καθένα — ειδικά στον αμόρφωτο, τον απολίτιστο, τον παράνομο και τον ανήθικο — μια υπόσχεση:
«Μην ζητάς δικαιοσύνη. Μην ζητάς κράτος. Μην ζητάς κανόνες.
Μείνε κοντά μου. Κάποια στιγμή μπορεί να βρεις κι εσύ “ευκαιρία”.»
Και μέχρι να έρθει εκείνη η μέρα, του δίνει το υποκατάστατο της ανόδου:
να κομπάζει πως ανήκει σε «ανώτερη κάστα» από τους γύρω του, πως είναι «κολλητός του μεγάλου», πως «έχει πληροφορίες από μέσα».
Δεν του δίνουν δύναμη. Του δίνουν ύφος.
Και το ύφος, όταν λείπει η αυτοεκτίμηση, λειτουργεί σαν ναρκωτικό.
Η πραγματικότητα, βέβαια, είναι αμείλικτη: ελάχιστοι τα καταφέρνουν. Οι πιο αδίστακτοι και οι πιο θρασείς. Πατώντας πάνω σε πτώματα, μπαίνουν «στο κόλπο».
Η συντριπτική πλειοψηφία, όμως, ζει με την απάτη του ονείρου. Κουβαλάει νερό με το κόσκινο. Ποτίζει το χωράφι του αφέντη. Μέχρι να γεράσει και να καταλάβει πως τον χρησιμοποίησαν ως καύσιμο.
Και τότε, όταν έρθει η ώρα της απολογίας — όχι προς τους άλλους, αλλά προς τον εαυτό του — μένει μια τελευταία δικαιολογία για να σωθεί ο εγωισμός:
«Εμείς, πάππου προς πάππου δεξιοί είμαστε».
Όχι.
Αυτό δεν είναι πολιτική θέση. Είναι κληρονομικό άλλοθι. Είναι η φράση που λέγεται χαμηλόφωνα, όταν η ζωή έχει ήδη αποδείξει ότι το «στρατόπεδο» δεν σε προστάτεψε ποτέ — απλώς σε κράτησε πιστό.
Γιατί τελικά αυτό είναι το μεγάλο κόλπο:
να πείθεις τον άνθρωπο που δεν έχει, να στηρίζει εκείνον που έχει —
όχι επειδή τον ωφελεί, αλλά επειδή τον θαυμάζει.
Και να τον κρατάς δεμένο όχι με αλυσίδες, αλλά με την ιδέα ότι «μια μέρα μπορεί να γίνω κι εγώ σαν αυτούς».
Μόνο που οι κανόνες είναι φτιαγμένοι ώστε να μη γίνεις.
Να τους υπηρετείς. Να τους χειροκροτείς. Να τους ψηφίζεις.
Και στο τέλος να λες, για να μην παραδεχτείς ότι εξαπατήθηκες:
«πάππου προς πάππου…»
ΥΓ
Αν μια κοινωνία θέλει να σταθεί όρθια, πρέπει να σταματήσει να θαυμάζει την επίδειξη και να αρχίσει να απαιτεί κανόνες.
Γιατί χωρίς κανόνες, η «ελπίδα» δεν είναι πολιτική. Είναι παγίδα.
Outnews | Γνώμη

