Τις τελευταίες μέρες κυκλοφορεί σε αναρτήσεις και βίντεο ένας ισχυρισμός ότι «Έλληνες πολιτικοί και το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος έπαιρναν χρήματα από την USAID», ότι το ίδρυμα έλαβε «535 εκατομμύρια», ότι συγκεκριμένα πρόσωπα «ήταν ανάμεσα στους χρηματοδοτούμενους», και ότι κάποιο «ελληνικό παράρτημα» του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στην Ελλάδα «έκοψε» χρήματα που «έμειναν» από την DFC. Το αφήγημα κορυφώνεται με την απολυτότητα ότι «ο Ντόναλντ Τραμπ σταμάτησε τη χρηματοδότηση της USAID».
Το πρώτο που αξίζει να ξεκαθαριστεί είναι πως τέτοιες δηλώσεις συνήθως “κουμπώνουν” πάνω σε πραγματικούς οργανισμούς και πραγματικά ποσά, αλλά τα συνδέουν με τρόπο που μπορεί να είναι παραπλανητικός: άλλο πράγμα είναι μια δωρεά ενός ιδρύματος, άλλο μια κρατική επιχορήγηση, άλλο ένα επενδυτικό δάνειο ανάπτυξης, και άλλο οι πολιτικές αποφάσεις για «πάγωμα» ή αναδιάρθρωση προγραμμάτων.
USAID: τι είναι και τι δεν είναι
Η USAID είναι αμερικανικός κρατικός φορέας για αναπτυξιακή/ανθρωπιστική βοήθεια. Χρηματοδοτεί προγράμματα μέσω συμβάσεων και επιχορηγήσεων σε οργανισμούς, ΜΚΟ, εταιρείες ή διεθνείς φορείς. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε οντότητα που δραστηριοποιείται σε κοινωφελή έργα έχει σχέση με USAID, ούτε ότι οι χρηματοδοτήσεις είναι “αδιαφανείς” εξ ορισμού. Αν κάποιος υποστηρίζει ότι «δόθηκαν εκατοντάδες εκατομμύρια», το λογικό είναι να υπάρχει ίχνος: πρόγραμμα, τίτλος, έτος, φορέας υλοποίησης, σύμβαση/επιχορήγηση.
Το “535 εκατομμύρια” και η παγίδα των αριθμών
Οι μεγάλες “στρογγυλές” αναφορές ποσών συχνά προκύπτουν από μπέρδεμα μεταξύ:
- δωρεών ενός ιδρύματος προς έργα/υποδομές,
- κρατικών χρηματοδοτήσεων,
- ή αθροίσματος πολλών διαφορετικών δράσεων σε διαφορετικές χώρες/χρόνια.
Επομένως, το κρίσιμο δεν είναι μόνο το ποσό, αλλά από ποιον προς ποιον, με ποιο μηχανισμό, για ποιο έργο και σε ποια περίοδο.
DFC: τι ρόλο παίζει
Η DFC είναι αμερικανικός φορέας “αναπτυξιακής χρηματοδότησης” που λειτουργεί πιο κοντά στη λογική επενδύσεων/δανείων/εγγυήσεων παρά κλασικών επιχορηγήσεων. Γι’ αυτό και οι αριθμοί της μπορεί να αφορούν δάνεια ή χρηματοδοτικές διευκολύνσεις, όχι “δωρεές”.
Εδώ προκύπτει ένα δεύτερο πρόβλημα στο αφήγημα: το να λέγεται ότι η DFC είναι «θυγατρική της USAID» και ότι υπήρχε “υπόλοιπο” που το “έκοψε” ένα “ελληνικό παράρτημα” ακούγεται σαν πολιτική ρητορική και όχι σαν περιγραφή επίσημου μηχανισμού. Για να σταθεί, θα έπρεπε να εξηγείται ποια ακριβώς διαδικασία ακύρωσης/αναστολής έγινε, από ποιον θεσμικό φορέα και με ποια αρμοδιότητα.
Οι κατηγορίες για συγκεκριμένα πρόσωπα
Όταν σε μία δημόσια καταγγελία κατονομάζονται άτομα ως “ωφελημένοι”, αυτό είναι το πιο σοβαρό σημείο: δεν είναι απλά πολιτικό σχόλιο, είναι ισχυρισμός που θέλει αυστηρή τεκμηρίωση. Το ελάχιστο που θα περίμενε κανείς είναι:
- ποιο πρόγραμμα,
- ποια σύμβαση/επιχορήγηση,
- ποιος φορέας ήταν δικαιούχος,
- και ποιος ήταν ο ρόλος του εκάστοτε προσώπου (π.χ. υπάλληλος, σύμβουλος, μέλος διοίκησης, συνεργάτης υλοποίησης).
Χωρίς αυτά, ο ισχυρισμός μένει στο επίπεδο “ιστορίας” που ταιριάζει σε οργισμένη ανάρτηση αλλά όχι σε δημοσιογραφικό ή ερευνητικό έλεγχο.
“Ο Τραμπ σταμάτησε τη χρηματοδότηση της USAID”
Οι κυβερνήσεις μπορούν να αλλάζουν προτεραιότητες, να παγώνουν κονδύλια, να ακυρώνουν προγράμματα ή να αναδιαρθρώνουν υπηρεσίες. Όμως το “σταμάτησε” ως απόλυτη φράση χρειάζεται ακρίβεια: σταμάτησε τι, πότε, σε ποιο εύρος, με ποια απόφαση και με τι συνέπειες; Στην πράξη, συχνά συμβαίνει κάτι πιο σύνθετο: πάγωμα ορισμένων ροών, επανέλεγχος, αλλαγή όρων, μεταφορά αρμοδιοτήτων, ή περικοπές ανά περιοχή/τομέα.
Τι να κρατήσεις
Το αφήγημα που κυκλοφορεί συνδυάζει αληθινούς όρους (USAID, DFC) με μεγάλους αριθμούς, ονόματα και έντονη γλώσσα (“λαμόγια”, “τα κόψαμε εμείς”), αλλά χωρίς την “λογιστική” λεπτομέρεια που κάνει έναν ισχυρισμό ελέγξιμο. Και όσο πιο συγκεκριμένες είναι οι κατηγορίες, τόσο πιο συγκεκριμένα πρέπει να είναι τα στοιχεία.

