Όταν η πραγματική οικονομία στενάζει, αλλά κάποιοι επιμένουν να χειροκροτούν τους δείκτες
Είμαστε κι εμείς οι ανεπίδεκτοι περί τα οικονομικά.
Εμείς που δεν ξέρουμε να διαβάζουμε σωστά τους δείκτες ανάπτυξης, τα διαγράμματα, τις παρουσιάσεις, τα δελτία Τύπου και τις πανηγυρικές ανακοινώσεις.
Εμείς που δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε πώς γίνεται η οικονομία να «τρέχει», αλλά η τσέπη να αδειάζει. Πώς γίνεται να αυξάνονται οι δείκτες, αλλά να μικραίνει η ανάσα του επαγγελματία. Πώς γίνεται να μιλούν για επιτυχίες, ενώ στην αγορά ακούγεται όλο και πιο συχνά η ίδια φράση: «Δεν βγαίνω».
Γιατί, βλέπετε, υπάρχει και αυτή η κατηγορία ανθρώπων που δεν ζει μέσα σε πίνακες Excel. Ζει μέσα σε μαγαζιά, σε συνεργεία, σε γραφεία, σε μικρές επιχειρήσεις, σε ταμεία που δεν γεμίζουν, σε λογαριασμούς που δεν περιμένουν, σε υποχρεώσεις που τρέχουν πιο γρήγορα από τον τζίρο.
Και ναι, μπορεί το κατά κεφαλήν εισόδημα να ανεβαίνει στα χαρτιά.
Μόνο που, για πολλούς, αυτό το «κατά κεφαλήν» απέχει παρασάγγας από τη δική τους κεφαλή.
Η αγορά δεν πεθαίνει στα δελτία Τύπου. Πεθαίνει κάθε μέρα στα πεζοδρόμια
Αυτό που γνωρίζουμε με βεβαιότητα δεν χρειάζεται οικονομικό διδακτορικό. Δεν χρειάζεται διεθνή οίκο αξιολόγησης. Δεν χρειάζεται κυβερνητικό αφήγημα.
Το γνωρίζουμε γιατί το ζούμε.
Βλέπουμε τον θάνατο των μικρών καταστημάτων. Βλέπουμε τη μικρομεσαία επιχείρηση να λυγίζει. Βλέπουμε επαγγελματίες που κάποτε κρατούσαν ζωντανές γειτονιές, πόλεις και τοπικές κοινωνίες να βρίσκονται σήμερα εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε φόρους, ασφαλιστικές εισφορές, ενεργειακό κόστος, τραπεζικές υποχρεώσεις, ψηφιακές απαιτήσεις, πρόστιμα, πλατφόρμες, δηλώσεις, προθεσμίες και έναν ατελείωτο διοικητικό λαβύρινθο.
Δεν τους ζητούν απλώς να δουλεύουν.
Τους ζητούν να είναι ταυτόχρονα επαγγελματίες, λογιστές, προγραμματιστές, νομικοί, τεχνικοί συστημάτων, φοροτεχνικοί και υπάλληλοι μιας κρατικής μηχανής που μεταφέρει τις δικές της δυσλειτουργίες στις πλάτες τους.
Και μετά τους λένε ότι η οικονομία πάει καλά.
Το παράδοξο του χειροκροτήματος
Το πραγματικά παράξενο δεν είναι ότι η εξουσία πανηγυρίζει. Αυτό το ξέρουμε. Κάθε εξουσία θέλει να παρουσιάζει την πραγματικότητα όπως τη συμφέρει.
Το παράξενο είναι όταν ο άνθρωπος που πιέζεται, που χρωστάει, που βλέπει τον τζίρο του να πέφτει και τα έξοδά του να ανεβαίνουν, επιμένει να επαναλαμβάνει ότι «η οικονομία πάει καλά».
Εκεί αρχίζει το μεγάλο ερώτημα.
Ποια στάση πρέπει να κρατήσει κανείς όταν ακούει επαγγελματίες να περιγράφουν μια σχεδόν ασφυκτική κατάσταση και, την ίδια στιγμή, να υπερασπίζονται το αφήγημα που τους διαψεύδει;
Όταν λένε:
«Δεν βγαίνουμε».
«Ο κόσμος δεν ψωνίζει».
«Τα έξοδα μάς πνίγουν».
«Το κράτος μάς έχει τρελάνει».
«Η γραφειοκρατία δεν τελειώνει ποτέ».
Και αμέσως μετά προσθέτουν:
«Αλλά η οικονομία πάει καλά».
Ε, κάπου εκεί δεν μιλάμε πια μόνο για οικονομία.
Μιλάμε για ψυχολογία.
Μιλάμε για κοινωνική τύφλωση.
Μιλάμε για την ανάγκη κάποιων ανθρώπων να πιστέψουν ότι δεν εξαπατήθηκαν, ότι δεν στήριξαν λάθος πολιτικές, ότι δεν χειροκρότησαν αυτούς που τους φόρτωσαν το βάρος.
Γιατί καμιά φορά το πιο δύσκολο δεν είναι να παραδεχτείς ότι σε αδίκησαν.
Το πιο δύσκολο είναι να παραδεχτείς ότι τους βοήθησες κι εσύ να το κάνουν.
Είμαστε κι εμείς, λοιπόν, που με τα χέρια μας βγάζουμε τα μάτια μας.
Που βλέπουμε την αγορά να σβήνει, αλλά φοβόμαστε να το πούμε καθαρά.
Που ζούμε την πίεση, αλλά αναπαράγουμε το παραμύθι της ευημερίας.
Που πληρώνουμε το κόστος, αλλά χειροκροτούμε τους λογαριασμούς.
Και όσο η πραγματική οικονομία θα ματώνει κάτω από τους δείκτες, τόσο θα μεγαλώνει το πιο πικρό συμπέρασμα:
Δεν μας καταστρέφουν μόνο αυτοί που κυβερνούν άσχημα.
Μας καταστρέφει και η δική μας άρνηση να δούμε ότι η ζωή μας δεν χωράει στα πανηγυρικά τους γραφήματα.

