Η απόδοση κατηγορίας «εγκληματικής οργάνωσης» σε αγρότες που συμμετείχαν σε κινητοποιήσεις οι οποίες εξελίχθηκαν σε επεισόδια (σε Ηράκλειο και Χανιά) ανοίγει ένα πεδίο βαριάς ποινικής και θεσμικής σύγκρουσης. Όχι επειδή τα επεισόδια είναι αμελητέα — αλλά επειδή άλλο πράγμα είναι η ποινική αξιολόγηση συγκεκριμένων πράξεων (βία, φθορές, παρακώλυση κ.λπ.) και άλλο η “ομπρέλα” μιας κατηγορίας που προϋποθέτει δομή, διάρκεια και διαρκή εγκληματική δράση.
Σε αυτή τη διάκριση πατά η παρέμβαση του ποινικολόγου Ηρακλείου Γιώργου Στειακάκη: υποστηρίζει ότι το να “βαφτίζονται” αγροτικές διαμαρτυρίες —ακόμη και οξείες— ως δράση εγκληματικής οργάνωσης δεν στέκει νομικά με βάση τα κριτήρια που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση. Και προειδοποιεί ότι μια τέτοια επιλογή, ακόμη κι αν δεν περπατήσει στο δικαστήριο, μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο εκφοβισμού ή ως “νομικός προθάλαμος” για ευρύτερες, προληπτικού τύπου αστυνομικές κινήσεις στα μπλόκα.
Νόμος (το «τεστ» πριν από το σύνθημα)
Η κατηγορία «εγκληματικής οργάνωσης» δεν είναι “γενικός τίτλος” για επεισόδια. Για να σταθεί, απαιτείται —ως ελάχιστος πυρήνας— να αποδεικνύεται ότι υπάρχει:
- Δομή: ιεραρχία ή κατανομή ρόλων, λειτουργικό σχήμα, μηχανισμός λήψης αποφάσεων.
- Διάρκεια: συνέχεια στον χρόνο, όχι περιστασιακή/παροδική σύμπραξη που γεννήθηκε “επί τόπου”.
- Διαρκής επαφή/συντονισμός: στοιχεία που δείχνουν σταθερή επικοινωνία και επιχειρησιακή οργάνωση.
- Σκοπός διάπραξης σοβαρών πράξεων: όχι απλώς “ένταση”, αλλά σταθερή πρόθεση τέλεσης συγκεκριμένων κακουργηματικών πράξεων από το σχήμα ως σχήμα.
Με απλά λόγια: η νομολογιακή λογική είναι ότι δεν αρκεί να υπήρξε ομάδα ή πλήθος και δεν αρκεί να υπήρξε βία. Χρειάζεται να αποδειχθεί ότι υπήρξε οργανωμένη και διαρκής εγκληματική δομή.
Εδώ μπαίνει το επιχείρημα Στειακάκη: ακόμη κι αν σε μια κινητοποίηση υπάρξουν πράξεις που διώκονται, αυτό δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε «οργάνωση». Αν λείπουν δομή–διάρκεια–συντονισμός, η κατηγορία είναι υπερκατασκευή.
Δικογραφία/ρεπορτάζ (τι “λέγεται” ότι φορτώνεται και τι πρέπει να αποδειχθεί)
Στο επίπεδο του δημόσιου πεδίου, αυτό που καταγράφεται ως κεντρικό σημείο είναι ότι επιχειρείται να ενταχθούν τα επεισόδια σε πλαίσιο βαρύτατων κατηγοριών, μεταξύ των οποίων και η «εγκληματική οργάνωση». Από εκεί και πέρα, το κρίσιμο δεν είναι ο τίτλος, αλλά η ύλη:
- Υπάρχουν εξατομικευμένα πραγματικά περιστατικά για τον καθένα;
- Υπάρχουν αποδείξεις για προπαρασκευή, κατανομή ρόλων, σχέδιο, διάρκεια;
- Ή πρόκειται για δικογραφική “ομπρέλα” που στηρίζεται κυρίως στην εικόνα της έντασης και στην ύπαρξη ομάδας στο πεδίο;
Η υπεράσπιση, όπως διατυπώνεται δημόσια, λέει ότι η κατηγορία δεν μπορεί να στηθεί πάνω σε ένα “μείγμα” διαμαρτυρίας + επεισοδίων, χωρίς καθαρές αποδείξεις ότι υπήρξε οργανωτικό σχήμα με σταθερότητα.
Και εδώ υπάρχει η ουσία που συχνά θολώνει στο δημόσιο debate: άλλο πράγμα η αναζήτηση ευθυνών για συγκεκριμένες πράξεις (αν αποδειχθούν), και άλλο πράγμα η αναβάθμισή τους σε εγκληματική οργάνωση, που απαιτεί διαφορετική αποδεικτική βάση και διαφορετική λογική θεμελίωσης.
Επικίνδυνο προηγούμενο (όταν το 187 γίνεται «εργαλείο»)
Αν μια τέτοια κατηγορία χρησιμοποιηθεί ως “μαξιλάρι” πάνω από κινητοποιήσεις, δημιουργούνται τρεις θεσμικοί κίνδυνοι:
- Ποινικοποίηση της συλλογικής δράσης με βαριά εργαλεία
Η μετατόπιση από την ποινική αξιολόγηση επιμέρους πράξεων στην κατασκευή “οργανωμένου εγκλήματος” σε κινητοποιήσεις δημιουργεί την αίσθηση ότι το κράτος δεν τιμωρεί πράξεις, αλλά στοχοποιεί μορφές διεκδίκησης. - Νομικός πειρασμός για “προληπτικές” κινήσεις
Όταν υπάρχει στο τραπέζι το αφήγημα “υποψίας σύστασης εγκληματικής οργάνωσης”, ανοίγει θεωρητικά ο δρόμος για ευρύτερες αστυνομικές πρακτικές: προσαγωγές, συλλήψεις, περιορισμούς, με αιτιολογία ότι “προλαμβάνεται” οργανωμένη εγκληματική δράση. Ακόμη κι αν αυτά δεν αντέξουν δικαστικά, η ζημιά γίνεται στο πεδίο. - Αντίστροφη απονομιμοποίηση του ίδιου του ποινικού οπλοστασίου
Όσο πιο συχνά “τεντώνεται” μια βαριά διάταξη σε περιβάλλοντα που δεν πληρούν το τεστ δομής–διάρκειας, τόσο αυξάνει ο κίνδυνος να καταπέσει δικαστικά ή να εμφανιστεί ως πολιτική υπερβολή. Και τότε η αντιπαράθεση μεταφέρεται από τις πράξεις στα κίνητρα.
Η προειδοποίηση είναι καθαρή: ακόμη κι αν το δικαστήριο αργότερα “κόψει” την κατηγορία, στο μεταξύ θα έχει παράγει το αποτέλεσμα που περιγράφεται ως επικοινωνιακός εκφοβισμός και ως μήνυμα προς κάθε μελλοντικό μπλόκο: «μπορείς να βρεθείς να αντιμετωπίζεις οργάνωση».
Τι μένει ως καθαρό ερώτημα
Το πραγματικό τεστ δεν είναι αν οι κινητοποιήσεις “ενοχλούν” ή αν τα επεισόδια “καταδικάζονται”. Το τεστ είναι ένα:
Υπάρχει αποδεικτική βάση για δομημένη, διαρκή εγκληματική ομάδα με ρόλους και συντονισμό;
Αν ναι, η Πολιτεία οφείλει να την παρουσιάσει καθαρά και εξατομικευμένα.
Αν όχι, τότε η επιλογή της κατηγορίας δεν είναι απλώς νομικά ριψοκίνδυνη — είναι θεσμικά εκρηκτική, γιατί μετατρέπει την ποινική διαδικασία σε πεδίο πολιτικής έντασης και ανοίγει επικίνδυνα προηγούμενα για το πώς αντιμετωπίζονται οι συλλογικές αντιδράσεις.
Στοιχείο vs κατηγορητήριο vs προηγούμενο. Αν δεν “δέσει” το τρίπτυχο δομή–διάρκεια–συντονισμός, το 187 δεν είναι δικαιοσύνη· είναι αφήγημα με ποινικό περίβλημα.

