Με αφορμή το ελβετικό δημοψήφισμα για το όριο των 10 εκατομμυρίων κατοίκων, ανοίγει ξανά ένα ερώτημα που στην Ελλάδα αποφεύγεται συστηματικά: ποιος αποφασίζει για τη φυσιογνωμία μιας χώρας;
Η Ελβετία κάνει αυτό που οι ώριμες δημοκρατίες οφείλουν να κάνουν όταν τίθενται μεγάλα ζητήματα: ρωτά τον λαό της. Στις 14 Ιουνίου 2026, οι Ελβετοί καλούνται να ψηφίσουν για την πρωτοβουλία «Όχι στην Ελβετία των 10 εκατομμυρίων», η οποία ζητά να μη ξεπεράσει ο μόνιμος πληθυσμός της χώρας τα 10 εκατομμύρια έως το 2050. Η ίδια η ελβετική κυβέρνηση αναγνωρίζει επισήμως ότι πρόκειται για ομοσπονδιακή λαϊκή πρωτοβουλία που τίθεται σε ψηφοφορία.
Το ερώτημα δεν είναι απλό. Δεν αφορά μόνο αριθμούς. Αφορά στέγη, υποδομές, κοινωνικές υπηρεσίες, αγορά εργασίας, συμφωνίες με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και την αίσθηση συνέχειας μιας κοινωνίας. Οι υποστηρικτές της πρωτοβουλίας μιλούν για πίεση σε δρόμους, δημόσιες συγκοινωνίες, ενοίκια και κοινωνική συνοχή, ενώ η κυβέρνηση και επιχειρηματικοί φορείς προειδοποιούν για σοβαρές οικονομικές και διπλωματικές συνέπειες, ιδίως στις σχέσεις με την Ε.Ε.
Αυτό όμως που έχει σημασία δεν είναι μόνο ποια πλευρά έχει δίκιο. Το κρίσιμο είναι ότι οι Ελβετοί θα αποφασίσουν. Όχι οι επικοινωνιολόγοι. Όχι οι κλειστοί κομματικοί μηχανισμοί. Όχι οι επιτροπές που διορίζονται για να δικαιολογήσουν προειλημμένες αποφάσεις. Ο λαός.
Και εδώ αρχίζει η ελληνική υποκρισία.
Στην Ελλάδα, κάθε φορά που τίθεται ζήτημα εθνικής ταυτότητας, μεταναστευτικής πολιτικής, δημογραφικής αλλοίωσης, κοινωνικής αντοχής ή πολιτισμικής συνέχειας, το πολιτικό σύστημα αντιδρά σχεδόν αντανακλαστικά: μην ανοίξει η κουβέντα. Μην τεθεί το ερώτημα. Μην ακουστεί η αγωνία. Μην αποφασίσει ο πολίτης.
Όποιος ρωτά, στιγματίζεται. Όποιος ανησυχεί, κατατάσσεται. Όποιος ζητά δημόσιο διάλογο, βαφτίζεται «ακραίος». Έτσι, μια χώρα με τεράστιο δημογραφικό πρόβλημα, με ερήμωση της περιφέρειας, με νέους που φεύγουν στο εξωτερικό, με οικογένειες που δεν μπορούν να κάνουν παιδιά και με τοπικές κοινωνίες που αλλάζουν χωρίς να έχουν ποτέ ερωτηθεί, συνεχίζει να ζει με αποφάσεις που λαμβάνονται από πάνω προς τα κάτω.
Η εθνική ταυτότητα όμως δεν είναι κυβερνητική εγκύκλιος. Δεν είναι δελτίο Τύπου. Δεν είναι προϊόν επιτροπής. Είναι η ιστορική συνέχεια ενός λαού, η γλώσσα του, η μνήμη του, οι θεσμοί του, οι αντοχές του, η δυνατότητά του να αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα στον χρόνο.
Και αυτή η ταυτότητα δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς λαό.
Δεν σημαίνει ότι μια δημοκρατία πρέπει να κλείνεται φοβικά στον εαυτό της. Δεν σημαίνει ότι η μετανάστευση είναι από μόνη της απειλή. Δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι που αναζητούν καλύτερη ζωή πρέπει να αντιμετωπίζονται απάνθρωπα. Σημαίνει όμως ότι οι μεγάλες αλλαγές στην κοινωνική σύνθεση μιας χώρας δεν μπορούν να περνούν σαν τεχνικές λεπτομέρειες.
Η Ελβετία μπορεί να πει «ναι». Μπορεί να πει «όχι». Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις έδειχναν μάλιστα τάση απόρριψης της πρότασης, με μικρή πλειοψηφία κατά της πρωτοβουλίας. Αλλά αυτό δεν ακυρώνει το ουσιώδες: η κοινωνία ρωτήθηκε. Η σύγκρουση βγήκε στο φως. Τα επιχειρήματα μπήκαν στο τραπέζι.
Στην Ελλάδα, αντιθέτως, η πολιτική τάξη προτιμά τη σιωπή. Προτιμά να βαφτίζει «ευρωπαϊκή υποχρέωση» κάθε επιλογή που δεν θέλει να εξηγήσει. Προτιμά να μιλά για «ανθρωπισμό», αλλά να μην μιλά για οργάνωση. Να μιλά για «ένταξη», αλλά να μη λέει ποιος εντάσσεται, πού, με ποιους όρους και με ποια ευθύνη του κράτους. Να μιλά για «δικαιώματα», αλλά να ξεχνά ότι δικαιώματα έχουν και οι τοπικές κοινωνίες που σηκώνουν το βάρος χωρίς να ερωτώνται ποτέ.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Ελλάδα πρέπει να αντιγράψει την Ελβετία. Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα τολμά να εμπιστευθεί τους πολίτες της.
Γιατί μια δημοκρατία που φοβάται να ρωτήσει τον λαό της, κάποια στιγμή παύει να είναι δημοκρατία ουσίας και γίνεται απλώς μηχανισμός διαχείρισης. Και μια χώρα που αλλάζει χωρίς να συζητά ποια θέλει να είναι, στο τέλος ξυπνά και δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της.
Η Ελβετία ψηφίζει.
Η Ελλάδα σιωπά.
Και αυτή η σιωπή είναι πολιτική επιλογή.

