Πίσω από το σύνθημα της «θάλασσας που μας ενώνει» ξεδιπλώνεται μια επικοινωνιακή επιχείρηση εξοικείωσης της ελληνικής κοινής γνώμης με τις τουρκικές διεκδικήσεις
«Ελάτε να τα βρούμε στο Αιγαίο για να ζήσουμε ειρηνικά».
Μια φράση φαινομενικά αθώα. Σχεδόν ρομαντική. Μια θάλασσα, δύο λαοί, καλές προθέσεις, χαμόγελα και περιστέρια της ειρήνης.
Μόνο που στην πολιτική —και ιδιαίτερα στην τουρκική εξωτερική πολιτική— οι λέξεις δεν επιλέγονται τυχαία.
Το συγκεκριμένο μήνυμα εμφανίζεται επανειλημμένα κάτω από βίντεο και αναρτήσεις Ελλήνων χρηστών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ανάμεσα στις ύβρεις, στις απειλές και στις επιδείξεις της τουρκικής στρατιωτικής ισχύος, ξεχωρίζει αυτή η δήθεν μετριοπαθής πρόσκληση: «Ελάτε να τα βρούμε».
Να βρούμε, όμως, τι ακριβώς;
Οι κλειδωμένοι λογαριασμοί και η ίδια γραμμή
Σύμφωνα με τη μαρτυρία πρώην Ακολούθου Άμυνας της Ελλάδας στην Άγκυρα, ο οποίος υπηρέτησε στην Τουρκία από το 2013 έως το 2017, εκατοντάδες τέτοια μηνύματα προέρχονται από κλειδωμένους ή εμφανώς μη αυθεντικούς λογαριασμούς.
Η επανάληψη των ίδιων διατυπώσεων και της ίδιας επιχειρηματολογίας δημιουργεί, κατά την εκτίμησή του, σοβαρές ενδείξεις οργανωμένης επικοινωνιακής κατεύθυνσης. Αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι κάθε λογαριασμός ελέγχεται από τη Διεύθυνση Επικοινωνίας της Τουρκικής Προεδρίας. Θέτει, όμως, ένα απολύτως εύλογο ερώτημα: πρόκειται για αυθόρμητους πολίτες ή για έναν μηχανισμό ψηφιακής επιρροής;
Το βασικότερο είναι ότι το αφήγημα δεν περιορίζεται στα κοινωνικά δίκτυα. Την ίδια φράση, όπως καταγγέλλεται, χρησιμοποιούσαν επί χρόνια Τούρκοι δημοσιογράφοι και πολιτικοί στις επαφές τους με Έλληνες αξιωματούχους.
Και δεν πρόκειται απλώς για μια λαϊκή έκφραση. Το ίδιο το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών παρουσιάζει επισήμως το Αιγαίο ως «κοινή θάλασσα» και υποστηρίζει ότι ανάμεσα στις δύο χώρες υπάρχουν πολλαπλές διαφορές, από τα χωρικά ύδατα και τον εναέριο χώρο μέχρι την αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών και τις λεγόμενες «γκρίζες ζώνες». Τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών
Επομένως, όταν η Άγκυρα λέει «να τα βρούμε», δεν προσκαλεί την Ελλάδα σε μια γενική συζήτηση καλής γειτονίας. Ζητά να μπουν στο τραπέζι οι δικές της μονομερείς αξιώσεις.
Το επικοινωνιακό τέχνασμα
Η μέθοδος είναι απλή και δοκιμασμένη.
Πρώτα δημιουργείται μια απαίτηση. Έπειτα η απαίτηση βαφτίζεται «διαφορά». Στη συνέχεια η «διαφορά» παρουσιάζεται ως εμπόδιο στην ειρήνη. Και στο τέλος όποιος αρνείται να διαπραγματευτεί την εθνική του κυριαρχία εμφανίζεται ως αδιάλλακτος, εθνικιστής ή πολεμοχαρής.
Ο επιτιθέμενος φορά τη στολή του ειρηνοποιού και καλεί το θύμα να γίνει πιο… λογικό.
Αυτή είναι η πραγματική παγίδα πίσω από τη φράση «η θάλασσα που μας ενώνει». Διότι πριν μας ενώσει το Αιγαίο, θα πρέπει να συμφωνήσουμε σε ποιον ανήκουν τα νησιά, ποιος δικαιούται να τα υπερασπίζεται, πόσο εκτείνεται ο εναέριος χώρος και αν υπάρχουν ελληνικές νησίδες των οποίων η κυριαρχία μπορεί να αμφισβητηθεί.
Πολύ βολική «ειρήνη». Αρκεί να πληρώσει η Ελλάδα τον λογαριασμό.
Τι μπορεί και τι δεν μπορεί να συζητήσει η Ελλάδα
Η Ελλάδα δεν έχει να διαπραγματευτεί την κυριαρχία της, τα νησιά της ή το δικαίωμα άμυνας απέναντι σε μια χώρα που διατηρεί απέναντί τους στρατιωτικές δυνάμεις και απειλή πολέμου.
Υπάρχει ένα συγκεκριμένο νομικό ζήτημα που μπορεί να συζητηθεί: η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, αποκλειστικά στη βάση του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας. Αυτή παραμένει και η επίσημη ελληνική θέση. Η Αθήνα δεν αναγνωρίζει ζητήματα κυριαρχίας προς διαπραγμάτευση ούτε αποδέχεται την τουρκική προσπάθεια να συνδεθεί η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών με άλλες αξιώσεις. Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών
Ο διάλογος δεν είναι αδυναμία. Η ειρήνη δεν είναι υποχώρηση. Και η διπλωματία δεν σημαίνει ότι καθόμαστε σε ένα τραπέζι για να συζητήσουμε πόσα από τα δικαιώματά μας θα παραδώσουμε.
Η απάντηση δεν βρίσκεται στα συνθήματα
Η Ελλάδα χρειάζεται σταθερή εξωτερική πολιτική, ισχυρές διεθνείς συμμαχίες και Ένοπλες Δυνάμεις με πραγματικές δυνατότητες αποτροπής. Χρειάζεται επίσης πλήρη στρατηγικό συντονισμό με την Κυπριακή Δημοκρατία και μια κοινωνία ενημερωμένη, χωρίς φοβικά σύνδρομα αλλά και χωρίς επικίνδυνες αυταπάτες.
Το εθνικό φρόνημα δεν σημαίνει πολεμοκαπηλία. Σημαίνει επίγνωση της Ιστορίας, των δικαιωμάτων και των ορίων που καμία κυβέρνηση δεν εξουσιοδοτείται να υπερβεί.
Ναι στην ειρήνη. Ναι στον διάλογο. Ναι στη συνεννόηση των λαών.
Αλλά όχι σε μια «ειρήνη» που απαιτεί από την Ελλάδα να απολογείται επειδή υπερασπίζεται όσα της ανήκουν. Όχι σε έναν «διάλογο» όπου η Τουρκία καταθέτει απαιτήσεις και η Ελλάδα καλείται απλώς να επιλέξει ποιες θα αποδεχθεί.
Για την ειρήνη μπορούμε να συζητήσουμε τα πάντα.
Για την ελληνική κυριαρχία, η απάντηση παραμένει μία:
Μολών λαβέ.

