Κάτω από Αλβανία, Κόσοβο και Μογγολία η χώρα μας στον δείκτη των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα — 86η σε 180 χώρες, με τη σκιά των υποκλοπών, των SLAPPs, της υπόθεσης Καραϊβάζ και της συγκέντρωσης των ΜΜΕ να βαραίνει την ελληνική δημοσιογραφία
Η Ελλάδα μπορεί να ανέβηκε τρεις θέσεις στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου για το 2026, όμως η ουσία παραμένει αμείλικτη: η χώρα βρίσκεται στην 86η θέση ανάμεσα σε 180 χώρες, με βαθμολογία 55,05, χαμηλότερη από το 2025, όταν είχε 55,37 μονάδες. Δηλαδή, η θέση βελτιώθηκε οριακά, αλλά η βαθμολογία χειροτέρεψε. Και αυτό λέει πολλά.
Σύμφωνα με τους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα, η Ελλάδα παραμένει στον πάτο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ελευθερία του Τύπου. Βρίσκεται πίσω από χώρες όπως η Αλβανία, το Κόσοβο και η Μογγολία, οι οποίες κατατάσσονται αμέσως πάνω από την Ελλάδα στον φετινό δείκτη.
Δεν είναι απλώς μια κακή θέση. Είναι θεσμική διάγνωση
Ο δείκτης των RSF δεν μετρά μόνο αν υπάρχουν εφημερίδες, κανάλια και ιστοσελίδες. Μετρά αν οι δημοσιογράφοι μπορούν να δουλέψουν χωρίς πολιτική πίεση, χωρίς οικονομική εξάρτηση, χωρίς νομικό εκφοβισμό, χωρίς παρακολουθήσεις, χωρίς φόβο.
Και στην περίπτωση της Ελλάδας, η εικόνα είναι βαριά. Οι RSF μιλούν για «συστημική κρίση» από το 2021, συνδέοντας την κατάσταση με το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων δημοσιογράφων από την ΕΥΠ, τη μη πλήρη διαλεύκανση της δολοφονίας του Γιώργου Καραϊβάζ και τη συχνή χρήση καταχρηστικών αγωγών, γνωστών ως SLAPPs.
Με απλά λόγια: η Ελλάδα δεν βαθμολογείται χαμηλά επειδή «κάποιοι την αδικούν». Βαθμολογείται χαμηλά επειδή υπάρχει συσσωρευμένο πρόβλημα εμπιστοσύνης, ανεξαρτησίας, διαφάνειας και ασφάλειας γύρω από τη δημοσιογραφική λειτουργία.
Υποκλοπές, ΕΥΠ, Predator και θεσμική σκιά
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουν οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα στο ζήτημα των παρακολουθήσεων. Στην έκθεσή τους αναφέρουν ότι η ΕΥΠ, η οποία υπάγεται στον πρωθυπουργό, ενεπλάκη σε παρακολουθήσεις δημοσιογράφων, αρκετοί από τους οποίους φέρονται να αποτέλεσαν στόχο του λογισμικού Predator. Παράλληλα, σημειώνουν ότι οι νομοθετικές αλλαγές μετά το σκάνδαλο δεν θεωρούνται επαρκείς με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο σημείο: η ελευθερία του Τύπου δεν καταρρέει μόνο όταν κλείνει ένα μέσο. Καταρρέει και όταν ο δημοσιογράφος δεν ξέρει αν παρακολουθείται. Όταν μια πηγή φοβάται να μιλήσει. Όταν μια έρευνα σταματά πριν καν ξεκινήσει, επειδή το κόστος γίνεται προσωπικό, οικονομικό ή δικαστικό.
Τα ΜΜΕ, οι ιδιοκτήτες και η αυτολογοκρισία
Η έκθεση στέκεται και στη δομή του ελληνικού μιντιακού τοπίου. Οι RSF περιγράφουν ένα περιβάλλον όπου λίγοι μεγάλοι όμιλοι συνυπάρχουν με εκατοντάδες ενημερωτικές ιστοσελίδες, ενώ σημαντικό μέρος των μέσων ελέγχεται από επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται και σε άλλους, αυστηρά ρυθμιζόμενους τομείς της οικονομίας. Σύμφωνα με την ίδια αποτύπωση, κάποιοι από αυτούς έχουν στενούς δεσμούς με την πολιτική ελίτ, με αποτέλεσμα ένα πολωμένο και συχνά εξαρτημένο μιντιακό σύστημα.
Εδώ βρίσκεται η καρδιά του προβλήματος: όταν το μέσο εξαρτάται οικονομικά, όταν ο ιδιοκτήτης έχει άλλες δουλειές με το κράτος, όταν η διαφήμιση λειτουργεί ως μηχανισμός πειθαρχίας, τότε η δημοσιογραφία δεν απαγορεύεται. Απλώς μαθαίνει να αυτολογοκρίνεται.
Η υπόθεση Καραϊβάζ παραμένει ανοιχτή πληγή
Η δολοφονία του Γιώργου Καραϊβάζ παραμένει μια από τις πιο βαριές σκιές πάνω από την ελληνική δημοσιογραφία. Οι RSF υπενθυμίζουν ότι ο αστυνομικός συντάκτης δολοφονήθηκε μέρα μεσημέρι έξω από το σπίτι του το 2021 και ότι, μετά την αθώωση δύο υπόπτων το 2024, η υπόθεση εξακολουθεί να μην έχει διαλευκανθεί πλήρως.
Μια δημοκρατία δεν κρίνεται μόνο από το αν έχει εκλογές. Κρίνεται και από το αν μπορεί να προστατεύσει όσους ερευνούν την εξουσία, το οργανωμένο έγκλημα, τη διαφθορά, τα σκοτεινά δίκτυα. Όταν ένας δημοσιογράφος δολοφονείται και η υπόθεση μένει χωρίς καθαρή απάντηση, το μήνυμα προς τον κλάδο είναι τρομακτικό.
Παγκόσμια υποχώρηση, ελληνική καθίζηση
Η φετινή έκθεση των RSF δεν είναι ζοφερή μόνο για την Ελλάδα. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η ελευθερία του Τύπου βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 25 ετών. Για πρώτη φορά στην ιστορία του δείκτη, πάνω από τις μισές χώρες κατατάσσονται στις κατηγορίες «δύσκολη» ή «πολύ σοβαρή» κατάσταση για την ελευθερία του Τύπου, ενώ ο νομικός δείκτης είναι αυτός που καταγράφει τη μεγαλύτερη επιδείνωση.
Στην κορυφή της λίστας βρίσκεται για ακόμη μία χρονιά η Νορβηγία, ακολουθούμενη από Ολλανδία, Εσθονία, Δανία, Σουηδία, Φινλανδία, Ιρλανδία, Ελβετία, Λουξεμβούργο και Πορτογαλία. Στον αντίποδα, στις τελευταίες θέσεις βρίσκονται Αφγανιστάν, Σαουδική Αραβία, Ιράν, Κίνα, Βόρεια Κορέα και Ερυθραία.
Το τελικό ερώτημα
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλες δηλώσεις αυτοϊκανοποίησης. Χρειάζεται απαντήσεις.
Ποιος προστατεύει τον δημοσιογράφο όταν ερευνά;
Ποιος εγγυάται ότι δεν παρακολουθείται;
Ποιος σταματά τις εξοντωτικές αγωγές φίμωσης;
Ποιος ελέγχει τη συγκέντρωση των ΜΜΕ;
Ποιος διασφαλίζει ότι η δημόσια ενημέρωση δεν γίνεται προέκταση της εκάστοτε εξουσίας;
Γιατί η ελευθερία του Τύπου δεν είναι πρόβλημα των δημοσιογράφων. Είναι δικαίωμα των πολιτών.
Και όταν μια χώρα βρίσκεται στον πάτο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ζήτημα δεν είναι η εικόνα της στο εξωτερικό. Είναι η ποιότητα της δημοκρατίας της στο εσωτερικό.
Ο δείκτης δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Είναι καθρέφτης. Και η εικόνα που επιστρέφει για την Ελλάδα είναι εξαιρετικά ανησυχητική.

