Η Εκκλησία τιμά τους Αποστόλους Σίλα, Σιλουανό, Επαινετό, Κρήσκη και Ανδρόνικο, τη Μάρτυρα Ιουλίττα και τον Ομολογητή Τσότνε Νταντιάνι
Σήμερα, Πέμπτη 30 Ιουλίου, γιορτάζουν:
Ανδρόνικος, Ανδρονίκη
Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη των Αποστόλων Σίλα, Σιλουανού, Επαινετού, Κρήσκη και Ανδρονίκου, της Αγίας Μάρτυρος Ιουλίττας από την Καισάρεια και του Ομολογητή Τσότνε Νταντιάνι.
Οι πέντε Απόστολοι του Χριστού
Οι Σίλας, Σιλουανός, Επαινετός, Κρήσκης και Ανδρόνικος ανήκαν στον κύκλο των Εβδομήκοντα Αποστόλων και υπήρξαν πολύτιμοι συνεργάτες των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου κατά τα πρώτα χρόνια διάδοσης του Χριστιανισμού.
Ο Σίλας είναι ο γνωστότερος από τους πέντε, καθώς συνόδευσε τον Απόστολο Παύλο στη δεύτερη αποστολική περιοδεία του. Στους Φιλίππους της Μακεδονίας συνελήφθησαν, ξυλοκοπήθηκαν και φυλακίστηκαν, όταν η θεραπεία μιας δούλης από πνεύμα μαντείας προκάλεσε την αντίδραση εκείνων που κέρδιζαν χρήματα από αυτήν.
Τα μεσάνυχτα, ενώ ο Παύλος και ο Σίλας προσεύχονταν και έψαλλαν μέσα στη φυλακή, ισχυρός σεισμός άνοιξε τις πόρτες και έλυσε τα δεσμά των κρατουμένων. Ο δεσμοφύλακας, πιστεύοντας ότι όλοι είχαν αποδράσει, ήταν έτοιμος να αφαιρέσει τη ζωή του. Ο Παύλος, όμως, τον σταμάτησε, διαβεβαιώνοντάς τον ότι κανείς δεν είχε φύγει.
Συγκλονισμένος από όσα συνέβησαν, ο δεσμοφύλακας πίστεψε στον Χριστό, περιποιήθηκε τις πληγές των Αποστόλων και βαπτίστηκε μαζί με ολόκληρη την οικογένειά του. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, ο Σίλας έγινε αργότερα Επίσκοπος Κορίνθου.
Ο Σιλουανός, αν και σε ορισμένες διηγήσεις συνδέεται με τον Σίλα εξαιτίας της συγγένειας των ονομάτων, τιμάται από την Εκκλησία ως ξεχωριστό πρόσωπο. Υπηρέτησε στο πλευρό των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου και αναφέρεται στις επιστολές τους ως πιστός αδελφός. Έγινε Επίσκοπος Θεσσαλονίκης και υπέστη διωγμούς για το κήρυγμά του.
Ο Επαινετός υπήρξε από τους πρώτους ανθρώπους που ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό και χειροτονήθηκε Επίσκοπος Καρχηδόνας. Ο Απόστολος Παύλος τον αναφέρει με ιδιαίτερη αγάπη στην προς Ρωμαίους επιστολή του.
Ο Κρήσκης στάλθηκε από τον Παύλο για να κηρύξει στη Γαλατία. Η παράδοση αναφέρει ότι συνέβαλε στην ίδρυση της Εκκλησίας στη Βιέννη της Γαλλίας, νότια της Λυών, και αργότερα έγινε Επίσκοπος Χαλκηδόνας. Μαρτύρησε για την πίστη του την εποχή του αυτοκράτορα Τραϊανού.
Ο Ανδρόνικος αναφέρεται από τον Απόστολο Παύλο ως συγγενής και συναιχμάλωτός του, αλλά και ως ένας από εκείνους που είχαν πιστέψει στον Χριστό πριν από τον ίδιο. Μαζί με την Ιουνία περιόδευσε σε πολλές περιοχές, κηρύττοντας το Ευαγγέλιο.
Χειροτονήθηκε Επίσκοπος Παννονίας, μιας μεγάλης ρωμαϊκής επαρχίας που περιελάμβανε τμήματα της σημερινής Ουγγαρίας, της Αυστρίας και της Σερβίας. Ο Ανδρόνικος και η Ιουνία θεωρούνται φωτιστές της περιοχής, καθώς δεν περιορίστηκαν σε μία πόλη, αλλά ταξίδευαν αδιάκοπα μεταφέροντας το μήνυμα του Χριστιανισμού.
Η Αγία Ιουλίττα που προτίμησε τον Χριστό από την περιουσία της
Η Αγία Ιουλίττα έζησε στις αρχές του 4ου αιώνα στην Καισάρεια. Ήταν πλούσια και ευσεβής χήρα, μέχρι τη στιγμή που ένας ισχυρός άνδρας τής άρπαξε με απάτη την περιουσία, τα κτήματα, τα σπίτια και τους δούλους της.
Η Ιουλίττα προσέφυγε στο δικαστήριο, ζητώντας να αποκατασταθεί η αδικία. Ο αντίδικός της, γνωρίζοντας ότι ήταν χριστιανή, επικαλέστηκε τα διατάγματα του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, σύμφωνα με τα οποία οι χριστιανοί δεν είχαν δικαίωμα να καταθέτουν στα δικαστήρια ή να κατέχουν περιουσία, εάν προηγουμένως δεν θυσίαζαν στα είδωλα.
Ο δικαστής την κάλεσε να επιλέξει: να αρνηθεί τον Χριστό και να πάρει πίσω τα υπάρχοντά της ή να παραμείνει πιστή, χάνοντας τα πάντα, ακόμη και τη ζωή της.
Η απάντηση της Ιουλίττας υπήρξε αμετακίνητη:
«Ας χαθεί η περιουσία και η ζωή μου, αλλά τον Χριστό, τον Δημιουργό μου, δεν θα Τον αρνηθώ ποτέ».
Ο δικαστής διέταξε να παραδοθεί στις φλόγες. Σύμφωνα με την παράδοση που διέσωσε ο Μέγας Βασίλειος, η φωτιά δεν κατέστρεψε το σώμα της, το οποίο βρέθηκε αργότερα ανέπαφο.
Ο Μέγας Βασίλειος αφιέρωσε στην Αγία το περίφημο εγκώμιο «Εις την μάρτυρα Ιουλίτταν», παρουσιάζοντάς την ως πρότυπο θάρρους, πνευματικής ελευθερίας και περιφρόνησης των υλικών αγαθών μπροστά στην πίστη.
Ο Τσότνε Νταντιάνι και η μεγάλη πράξη αυτοθυσίας
Ο Ομολογητής Τσότνε Νταντιάνι είναι ένας από τους σημαντικότερους εθνικούς ήρωες και αγίους της Γεωργίας. Έζησε τον 13ο αιώνα, όταν η χώρα βρισκόταν κάτω από τη σκληρή κυριαρχία των Μογγόλων.
Γύρω στο 1246, Γεωργιανοί ευγενείς οργάνωσαν μυστική συνάντηση στο κάστρο Κοχταστάβι, με σκοπό να εξετάσουν την αντίσταση στον μογγολικό ζυγό. Η συνάντηση αποκαλύφθηκε και οι περισσότεροι συνελήφθησαν.
Οι Μογγόλοι τούς έγδυσαν, τους έδεσαν, τους άλειψαν με μέλι και τους εγκατέλειψαν κάτω από τον καυτό ήλιο, ώστε να πεθάνουν από τη δίψα και τα τσιμπήματα των εντόμων.
Ο Τσότνε είχε διαφύγει τη σύλληψη. Όταν πληροφορήθηκε, όμως, τα βασανιστήρια των συντρόφων του, δεν κρύφτηκε. Παρουσιάστηκε οικειοθελώς στο μογγολικό στρατόπεδο, γδύθηκε, αλείφθηκε με μέλι και κάθισε δίπλα στους δεμένους φίλους του, αποφασισμένος να μοιραστεί τη μοίρα τους.
Η πράξη του συγκλόνισε τον Μογγόλο διοικητή, ο οποίος πείστηκε για την αφοσίωση και την τιμιότητά τους και διέταξε την απελευθέρωση όλων των αιχμαλώτων.
Ο Τσότνε Νταντιάνι πέθανε περίπου το 1260 και ανακηρύχθηκε άγιος από την Εκκλησία της Γεωργίας το 1999. Τιμάται ως Ομολογητής και αποτελεί διαχρονικό σύμβολο του ηγέτη που δεν εγκαταλείπει τους ανθρώπους του, ακόμη και όταν κινδυνεύει η ίδια του η ζωή.
Σήμερα τιμάται επίσης η μνήμη του Επισκόπου Παύλου, του Πρεσβυτέρου Ιωάννου και της Πριγκίπισσας Αγγελίνας της Σερβίας.

