Επικαλείται τη μοναστηριακή περιουσία για να δικαιολογήσει τον σχεδόν διπλασιασμό των αποδοχών – Ούτε μία κουβέντα για τους χαμηλόμισθους ιερείς και την κοινωνία που στενάζει
Δεν έφτανε η κυβερνητική απόφαση να εκτοξεύσει τις αποδοχές της ανώτατης εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Η Ιερά Σύνοδος εμφανίζεται τώρα και ενοχλημένη επειδή η κοινωνία τόλμησε να αντιδράσει.
Με ανακοίνωσή της επιχειρεί να παρουσιάσει τις αυξήσεις στους μισθούς των Μητροπολιτών όχι ως προνομιακή μεταχείριση, αλλά ως περίπου αυτονόητη «ιστορική ανταπόδοση» για τη μοναστηριακή περιουσία που περιήλθε στο κράτος κατά την περίοδο 1833–1952.
Το ιστορικό ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας είναι υπαρκτό και σύνθετο. Δεν μπορεί, όμως, να χρησιμοποιείται ως μόνιμη και καθολική απάντηση σε κάθε οικονομική απαίτηση της ανώτατης ιεραρχίας.
Άλλο η μισθοδοσία του κλήρου στο πλαίσιο των ιστορικών σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας και άλλο ο σχεδόν διπλασιασμός των αποδοχών των Μητροπολιτών εν έτει 2026.
Σχεδόν 4.700 ευρώ για τους Μητροπολίτες
Με τη νέα ρύθμιση, οι αποδοχές του Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών συνδέονται με το 90% του μισθού ενός Γενικού Γραμματέα υπουργείου και διαμορφώνονται περίπου στα 4.671 ευρώ μεικτά τον μήνα.
Πρόκειται για αυξήσεις που, ανάλογα με την περίπτωση, αγγίζουν ακόμη και το 95%.
Και όλα αυτά την ώρα που εργαζόμενοι αμείβονται με μισθούς οι οποίοι δεν επαρκούν ούτε για το ενοίκιο, συνταξιούχοι μετρούν τα κέρματα στο σούπερ μάρκετ, οικογένειες δυσκολεύονται να πληρώσουν το ηλεκτρικό ρεύμα και νέοι άνθρωποι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη χώρα.
Την ίδια στιγμή, γιατροί, νοσηλευτές, εκπαιδευτικοί, πυροσβέστες και άλλοι δημόσιοι λειτουργοί καλούνται να υπηρετούν την κοινωνία με μισθούς πολλαπλάσια χαμηλότερους και με εξαντλητικές συνθήκες εργασίας.
Απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα, η Ιερά Σύνοδος δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται γιατί η κοινωνία εξοργίζεται.
Αντί να αναγνωρίσει ότι η χρονική στιγμή και το ύψος των αυξήσεων προκαλούν δικαιολογημένες αντιδράσεις, κατηγορεί ουσιαστικά τα μέσα ενημέρωσης για «εσφαλμένη ανάγνωση» ή ακόμη και για «ηθελημένη διαστρέβλωση».
Οι απλοί ιερείς έμειναν εκτός
Το μεγαλύτερο, όμως, παράδοξο είναι άλλο.
Οι αυξήσεις δεν αφορούν τον απλό εφημέριο της γειτονιάς και του χωριού. Δεν αφορούν τον ιερέα που βρίσκεται καθημερινά δίπλα σε φτωχές οικογένειες, ηλικιωμένους, αρρώστους και ανθρώπους που έχουν ανάγκη.
Αφορούν την κορυφή της εκκλησιαστικής διοίκησης.
Επομένως, το επιχείρημα περί στήριξης της ποιμαντικής αποστολής της Εκκλησίας δεν απαντά στο βασικό ερώτημα:
Γιατί επιλέχθηκε να ενισχυθούν τόσο θεαματικά οι αποδοχές των Μητροπολιτών και όχι των χαμηλόμισθων κληρικών που βρίσκονται καθημερινά μέσα στην κοινωνία;
Γιατί ένας Μητροπολίτης χρειάζεται αύξηση που μπορεί να πλησιάζει το 100%, όταν ένας απλός εργαζόμενος θεωρείται τυχερός αν λάβει μερικές δεκάδες ευρώ;
Γιατί η μισθολογική «αποκατάσταση» ξεκινά πάντα από την κορυφή και ποτέ από τη βάση;
Η ιστορική περιουσία δεν είναι λευκή επιταγή
Η Ιερά Σύνοδος ισχυρίζεται ότι η μισθοδοσία του κλήρου αποτελεί ανταπόδοση για την περιουσία που παραχώρησε ή έχασε η Εκκλησία στο παρελθόν.
Ακόμη και αν γίνει πλήρως δεκτό αυτό το επιχείρημα, δεν προκύπτει αυτομάτως ότι κάθε αύξηση στις αποδοχές της ανώτατης ιεραρχίας είναι δίκαιη, αναγκαία και κοινωνικά αποδεκτή.
Η ιστορία δεν μπορεί να λειτουργεί ως λευκή επιταγή χωρίς ημερομηνία λήξης.
Εφόσον η Εκκλησία θέτει το θέμα με οικονομικούς όρους, τότε η κοινωνία δικαιούται να ζητήσει πλήρη διαφάνεια:
Ποια ακριβώς περιουσία παραχωρήθηκε;
Ποια ήταν η αξία της;
Ποιες αποζημιώσεις καταβλήθηκαν;
Ποια είναι σήμερα η συνολική ακίνητη περιουσία της Εκκλησίας;
Ποια είναι τα έσοδά της και ποια η φορολογική της συνεισφορά;
Ποιο είναι το συνολικό κόστος της εκκλησιαστικής μισθοδοσίας για τον κρατικό προϋπολογισμό;
Δεν γίνεται η περιουσία να επικαλείται επιλεκτικά όταν πρόκειται να δικαιολογηθούν μισθοί, αλλά η συζήτηση περί διαφάνειας και οικονομικού απολογισμού να χαρακτηρίζεται επίθεση κατά της Εκκλησίας.
«Μη γνώτω η αριστερά σου…»
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί και η επίκληση από την Ιερά Σύνοδο της ευαγγελικής φράσης:
«Μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου».
Η φράση αφορά την ταπεινή και αθόρυβη ελεημοσύνη. Δεν αφορά κρατικές μισθολογικές ρυθμίσεις, δημόσια χρήματα και αποφάσεις που επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό.
Όταν τα χρήματα προέρχονται από τους φορολογούμενους, η κοινωνία έχει δικαίωμα να γνωρίζει τι πληρώνει, σε ποιους το πληρώνει και γιατί.
Η λογοδοσία δεν είναι ασέβεια.
Η κριτική δεν είναι δίωξη της Εκκλησίας.
Και η διαφάνεια δεν είναι «ηθελημένη διαστρέβλωση».
Η Εκκλησία όφειλε να δείξει μέτρο
Η Εκκλησία θα μπορούσε να αντιδράσει διαφορετικά.
Θα μπορούσε να δηλώσει ότι κατανοεί την αγανάκτηση της κοινωνίας.
Θα μπορούσε να ζητήσει να προηγηθούν οι αυξήσεις στους απλούς κληρικούς, στους χαμηλόμισθους και στους ανθρώπους που δοκιμάζονται.
Θα μπορούσε ακόμη και να αρνηθεί ή να αναβάλει μια τόσο προκλητική μισθολογική αναπροσαρμογή, στέλνοντας ένα ισχυρό μήνυμα εγκράτειας και κοινωνικής ευαισθησίας.
Αντί γι’ αυτό, επέλεξε να εμφανιστεί περίπου ως αδικημένη.
Όμως η κοινωνία δεν ενοχλήθηκε επειδή δεν γνωρίζει την ιστορία.
Ενοχλήθηκε επειδή γνωρίζει πολύ καλά το παρόν.
Γνωρίζει τον δικό της μισθό, τη δική της σύνταξη, το δικό της άδειο πορτοφόλι.
Και βλέπει ότι, όταν έρχεται η ώρα των μεγάλων αυξήσεων, κάποιοι βρίσκονται πάντοτε πιο κοντά στο κρατικό ταμείο από τους υπόλοιπους.
Ο σεβασμός στην Εκκλησία δεν επιβάλλει σιωπή. Αντιθέτως, απαιτεί να της θυμίζουμε ότι η πνευματική ηγεσία κρίνεται πρωτίστως από το παράδειγμα, την ταπεινότητα και το μέτρο — όχι από το ύψος της μισθολογικής κλίμακας.

