Πίσω από τις δηλώσεις περί συμφωνίας κρύβεται μια σκληρή μάχη ισχύος για τα πυρηνικά, το Ορμούζ και το ποιος θα εμφανιστεί ως νικητής
Δεν υπάρχει ακόμη συμφωνία. Υπάρχει, όμως, κάτι εξίσου κρίσιμο: μια μάχη εντυπώσεων που προηγείται της συμφωνίας.
Ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται έτοιμος να υπογράψει με το Ιράν, αλλά μόνο εφόσον τηρηθούν οι δικές του «κόκκινες γραμμές». Δηλαδή: καμία δυνατότητα απόκτησης πυρηνικού όπλου από την Τεχεράνη, απομάκρυνση εμπλουτισμένου υλικού, άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, αποναρκοθέτηση, ελεύθερη ναυσιπλοΐα και καμία οικονομική ανταλλαγή «μέχρι νεωτέρας».
Με απλά λόγια, ο Τραμπ δεν παρουσιάζει μια συμφωνία. Παρουσιάζει έναν κατάλογο όρων. Και το κάνει με τον γνωστό του τρόπο: όχι ως διπλωμάτης που περιγράφει μια δύσκολη διαπραγμάτευση, αλλά ως ηγέτης που θέλει να εμφανιστεί ότι επέβαλε τους κανόνες του παιχνιδιού.
Η Τεχεράνη, όμως, δεν φαίνεται διατεθειμένη να παίξει τον ρόλο του ηττημένου. Ιρανικά μέσα, επικαλούμενα πηγές, απαντούν ότι οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου είναι «μείγμα αλήθειας και ψεμάτων» και ότι επιχειρεί να κατασκευάσει μια «ψεύτικη νίκη».
Και εκεί αρχίζει το πραγματικό έργο.
Δεν είναι μόνο τα πυρηνικά — είναι το Ορμούζ
Η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Δικαίως. Η φράση «το Ιράν δεν μπορεί να έχει πυρηνικά όπλα» αποτελεί την απόλυτη αμερικανική γραμμή.
Όμως η υπόθεση δεν σταματά εκεί.
Τα Στενά του Ορμούζ είναι το άλλο μεγάλο πεδίο σύγκρουσης. Δεν είναι απλώς ένας θαλάσσιος διάδρομος. Είναι ένας παγκόσμιος διακόπτης ενέργειας. Όταν το Ορμούζ κλείνει, απειλείται η ναυσιπλοΐα, ανεβαίνει η ένταση στις αγορές, πιέζονται οι τιμές και ολόκληρη η παγκόσμια οικονομία κοιτάζει προς τον Περσικό Κόλπο.
Γι’ αυτό οι όροι περί «ανοίγματος», «χωρίς διόδια» και «καταστροφής ναρκών» δεν είναι λεπτομέρειες. Είναι καθαρή γεωπολιτική.
Οι ΗΠΑ θέλουν να εμφανιστούν ως η δύναμη που αποκαθιστά την ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Το Ιράν θέλει να δείξει ότι δεν παραδίδει αμαχητί ένα από τα σημαντικότερα χαρτιά πίεσης που διαθέτει.
Αυτή είναι η ουσία: η Ουάσιγκτον ζητά να φύγει το ιρανικό χέρι από τον διακόπτη του Ορμούζ. Η Τεχεράνη απαντά ότι δεν θα φύγει χωρίς αντάλλαγμα.
Η συμφωνία που δεν έχει ακόμη συμφωνηθεί
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο δεν είναι οι όροι που ανακοίνωσε ο Τραμπ. Είναι η αμηχανία που ακολούθησε.
Μετά τη δίωρη σύσκεψη στην αίθουσα διαχείρισης κρίσεων, δεν υπήρξε τελική απόφαση. Ο Αμερικανός πρόεδρος, που είχε προαναγγείλει ότι θα λάβει «οριστική απόφαση», τελικά δεν ανακοίνωσε τίποτα οριστικό.
Αυτό από μόνο του δείχνει ότι το παζάρι παραμένει ανοιχτό.
Η αμερικανική πλευρά θέλει μια συμφωνία που να φαίνεται σκληρή απέναντι στο Ιράν. Η ιρανική πλευρά θέλει μια συμφωνία που να μη μοιάζει με συνθηκολόγηση. Και ανάμεσα στις δύο ανάγκες υπάρχει ένα τεράστιο κενό πολιτικής αξιοπρέπειας, στρατηγικού συμφέροντος και εσωτερικής κατανάλωσης.
Ο Τραμπ δεν μπορεί να εμφανιστεί ότι πλήρωσε το Ιράν για να ηρεμήσει η περιοχή. Το Ιράν δεν μπορεί να εμφανιστεί ότι παρέδωσε πυρηνικό υλικό, άνοιξε το Ορμούζ και έλαβε μόνο υποσχέσεις.
Γι’ αυτό οι Ιρανοί βάζουν στο τραπέζι τα παγωμένα περιουσιακά στοιχεία, την άρση κυρώσεων και τις περιφερειακές εστίες σύγκρουσης, όπως ο Λίβανος. Δεν διαπραγματεύονται μόνο μια τεχνική ρύθμιση. Διαπραγματεύονται τον τρόπο με τον οποίο θα πουν στο εσωτερικό τους ακροατήριο ότι δεν ηττήθηκαν.
Ο Τραμπ θέλει φωτογραφία νίκης
Η πολιτική μέθοδος Τραμπ είναι γνωστή. Πρώτα χτίζει την εικόνα της πίεσης. Μετά παρουσιάζει την υποχώρηση του άλλου ως προσωπική του επιτυχία. Και στο τέλος μετατρέπει τη διπλωματική ασάφεια σε σύνθημα.
Αυτό φαίνεται και εδώ.
Οι «κόκκινες γραμμές» δεν είναι μόνο διαπραγματευτικό εργαλείο. Είναι πολιτικό προϊόν. Απευθύνονται στο αμερικανικό ακροατήριο, στους συμμάχους των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, στους επικριτές του στο εσωτερικό και φυσικά στην Τεχεράνη.
Το μήνυμα είναι απλό: «Δεν διαπραγματεύομαι από αδυναμία. Υπογράφω μόνο αν κερδίσω».
Όμως η διπλωματία δεν λειτουργεί πάντα με όρους τηλεοπτικής ατάκας. Ιδίως όταν απέναντι βρίσκεται ένα καθεστώς που έχει χτίσει μεγάλο μέρος της πολιτικής του επιβίωσης πάνω στην εικόνα της αντίστασης απέναντι στις ΗΠΑ.
Η Τεχεράνη δεν θέλει να φανεί γονατισμένη
Το Ιράν μπορεί να χρειάζεται αποκλιμάκωση. Μπορεί να χρειάζεται άνοιγμα οικονομικών διαύλων. Μπορεί να θέλει να αποφύγει μια νέα φάση στρατιωτικής σύγκρουσης.
Αλλά δεν μπορεί να εμφανιστεί ότι υπέγραψε τους όρους του Τραμπ σαν να έλαβε τελεσίγραφο.
Γι’ αυτό και η ιρανική αντίδραση είναι τόσο έντονη. Δεν αμφισβητεί απλώς λεπτομέρειες. Αμφισβητεί το αφήγημα. Αμφισβητεί τη σκηνοθεσία της αμερικανικής νίκης.
Η Τεχεράνη λέει, με τον δικό της τρόπο: «Μη βιάζεστε να πανηγυρίσετε. Δεν έχουμε παραδοθεί».
Το επικίνδυνο κενό ανάμεσα στη δήλωση και την πραγματικότητα
Σε τέτοιες κρίσεις, το πιο επικίνδυνο σημείο είναι το κενό ανάμεσα σε αυτό που ανακοινώνεται και σε αυτό που πραγματικά έχει συμφωνηθεί.
Αν ο Τραμπ εμφανίσει ως τετελεσμένο κάτι που το Ιράν δεν έχει αποδεχθεί, η διαπραγμάτευση μπορεί να τιναχθεί στον αέρα. Αν το Ιράν τραβήξει υπερβολικά το σχοινί, οι ΗΠΑ μπορεί να επιστρέψουν στη στρατιωτική πίεση. Αν καμία πλευρά δεν βρει τρόπο να σώσει τα προσχήματα, τότε η «συμφωνία» μπορεί να γίνει απλώς το επόμενο επεισόδιο της κρίσης.
Και τότε το Ορμούζ θα ξαναγίνει το σημείο όπου η παγκόσμια οικονομία θα αναμετρηθεί με την ωμή γεωπολιτική.
Η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν, αν τελικά υπάρξει, δεν θα κριθεί μόνο από τις υπογραφές. Θα κριθεί από το ποιος θα μπορέσει να την πουλήσει ως νίκη.
Ο Τραμπ θέλει να πει ότι έβαλε το Ιράν στη γωνία.
Το Ιράν θέλει να πει ότι άντεξε την πίεση και πήρε ανταλλάγματα.
Και ο υπόλοιπος κόσμος απλώς περιμένει να δει αν το Ορμούζ θα ανοίξει επειδή νίκησε η διπλωματία ή επειδή κανείς δεν αντέχει το κόστος της επόμενης έκρηξης.

