Η έκθεση της τουρκικής Ακαδημίας Πληροφοριών, οι συμφωνίες με χώρες του Κόλπου και της Ασίας και η παρέμβαση του Λάζαρου Καμπουρίδη.
Την εμβάθυνση των σχέσεων του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία αντιμετωπίζει ως παράγοντα περιορισμού της τουρκικής επιρροής έκθεση της τουρκικής Εθνικής Ακαδημίας Πληροφοριών. Η συγκεκριμένη ανάγνωση φωτίζει την ανησυχία της Άγκυρας για τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο, την ώρα που η ίδια επεκτείνει τις αμυντικές συνεργασίες της από τον Κόλπο μέχρι την Ασία.
Το θέμα αναδεικνύει, με ανάρτησή του στις 31 Οκτωβρίου, ο Λάζαρος Καμπουρίδης, υποστηρίζοντας ότι η Αθήνα πρέπει να ενισχύσει τις στρατηγικές της συνεργασίες, με ιδιαίτερη έμφαση στο Ισραήλ, και να διευρύνει τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η έκθεση δημοσιοποιήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 2026 με τίτλο «İsrail Yayılmacılığının Anatomisi», δηλαδή «Η ανατομία του ισραηλινού επεκτατισμού». Κεντρική εκτίμησή της είναι ότι οι πολιτικές που η τουρκική πλευρά χαρακτηρίζει επεκτατικές έχουν αποκτήσει θεσμικά και ιδεολογικά στηρίγματα στο Ισραήλ. Συνεπώς, κατά τους συντάκτες της, μια αλλαγή κυβέρνησης δεν θα αρκούσε από μόνη της για να τις ανατρέψει.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Αθήνα έχει η αναφορά στις σχέσεις ασφάλειας, ενέργειας και πολιτικής συνεργασίας του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κύπρο. Η τουρκική ανάλυση τις εντάσσει σε μια στρατηγική «περικύκλωσης» της Τουρκίας, ενώ συνδέει το ευρύτερο δίκτυο συνεργασιών με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και την Ινδία. Πρόκειται για την ερμηνεία της τουρκικής πλευράς, η οποία δεν συνιστά απόδειξη ότι οι συγκεκριμένες χώρες έχουν συμφωνήσει ένα κοινό επιθετικό σχέδιο.
Στην ανάρτησή του, ο Καμπουρίδης προβάλλει την εκτίμηση ότι, μετά το Ιράν, η Τουρκία βρίσκεται στο στόχαστρο του Ισραήλ. Στο κείμενο της έκθεσης τεκμηριώνεται η τουρκική ανησυχία για περιορισμό της περιφερειακής της επιρροής. Δεν προκύπτει, όμως, από αυτό επιβεβαιωμένη ισραηλινή απόφαση στρατιωτικής επίθεσης κατά της Τουρκίας.
Οι κινήσεις της Άγκυρας, πάντως, έχουν ήδη αποκτήσει συγκεκριμένο περιεχόμενο. Στις 7 Αυγούστου 2026, Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν υπέγραψαν τη Συμφωνία της Μέκκας για κοινή άμυνα. Σύμφωνα με την επίσημη τουρκική ανακοίνωση, ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θεωρείται επίθεση εναντίον όλων. Στις 27 Οκτωβρίου η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της τουρκικής Βουλής ενέκρινε την πρόταση νόμου για την κύρωσή της. Η έγκριση στην επιτροπή αποτελεί στάδιο της κοινοβουλευτικής διαδικασίας.
Ξεχωριστή εξέλιξη αποτελεί το μνημόνιο «Bedir», που υπογράφηκε στη Ντόχα στις 21 Οκτωβρίου μεταξύ Τουρκίας, Κατάρ, Πακιστάν και Ινδονησίας. Το πλαίσιο αυτό αφορά την ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας, τη στρατιωτική παραγωγή, την τεχνολογική συνεργασία, την εκπαίδευση και την έρευνα. Οι δημοσιευμένες περιγραφές του δεν δικαιολογούν την εξομοίωσή του με τη ρήτρα συλλογικής άμυνας της Συμφωνίας της Μέκκας.
Η ίδια η έκθεση της Ακαδημίας διευκρινίζει ότι η Συμφωνία της Μέκκας δεν συγκροτεί ένα σχήμα αποκλειστικά εναντίον του Ισραήλ: οι ανησυχίες των συμμετεχόντων καλύπτουν και την περιφερειακή στάση του Ιράν. Η Άγκυρα, επομένως, συνδυάζει συμφωνίες διαφορετικού βάθους και διαφορετικών δεσμεύσεων. Πολιτικά, όμως, το αποτέλεσμα είναι η διεύρυνση των διαθέσιμων εταίρων της και η δημιουργία περισσότερων δυνατοτήτων στρατιωτικής και βιομηχανικής συνεργασίας.
Απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις, ο Καμπουρίδης προτείνει στενότερη διπλωματική συνεργασία της Ελλάδας με το Ισραήλ και εντατικότερη συνεκπαίδευση με χώρες όπως η Κυπριακή Δημοκρατία, η Αίγυπτος, η Ινδία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Στο επίκεντρο της πρότασής του βρίσκεται η ενίσχυση της αποτροπής έναντι της τουρκικής απειλής.
Για την ελληνική πολιτική, το ουσιαστικό κριτήριο πρέπει να είναι το πρακτικό αποτέλεσμα κάθε συνεργασίας: καλύτερη επιχειρησιακή ετοιμότητα, ανταλλαγή τεχνογνωσίας, προστασία κρίσιμων υποδομών και σαφέστερη διπλωματική στήριξη των ελληνικών και κυπριακών θέσεων. Οι κοινές ασκήσεις αποκτούν μεγαλύτερη αξία όταν εντάσσονται σε συνεχή σχεδιασμό και όταν συνοδεύονται από συγκεκριμένες δεσμεύσεις.
Η απάντηση της Αθήνας χρειάζεται συνέπεια, ισχυρή εθνική άμυνα και συνεργασίες με μετρήσιμο περιεχόμενο. Κάθε εταίρος διατηρεί τις δικές του προτεραιότητες· γι’ αυτό η ελληνική στρατηγική οφείλει να στηρίζεται στη δική της αξιολόγηση συμφερόντων, στη συνεννόηση με την Κυπριακή Δημοκρατία και στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου.

