Όταν οι κοινωνίες καταλάβουν ότι δεν ζουν σε δημοκρατία αλλά σε εκλόγιμη μοναρχία, τότε αρχίζει ο πραγματικός φόβος της εξουσίας
Υπάρχουν στιγμές που ο δημόσιος λόγος δεν χρειάζεται περισσότερη φασαρία. Χρειάζεται επιστήμη. Χρειάζεται βάθος. Χρειάζεται κάποιον να βγάλει τη συζήτηση από το κομματικό μαντρί και να τη μεταφέρει εκεί όπου πραγματικά ανήκει: στο επίπεδο της ιστορικής εξέλιξης των κοινωνιών.
Αυτό κάνει ο Γιώργος Κοντογιώργης. Και γι’ αυτό ενοχλεί.
Διότι δεν περιγράφει απλώς μια πολιτική δυσλειτουργία. Περιγράφει την ίδια τη δομή της εξουσίας. Λέει κάτι πολύ βαρύτερο από μια απλή καταγγελία κατά της κυβέρνησης, της αντιπολίτευσης ή του κομματικού συστήματος. Λέει ότι αυτό που αποκαλούμε «φιλελεύθερη δημοκρατία» δεν είναι δημοκρατία. Είναι εκλόγιμη μοναρχία.
Και αυτή η φράση, αν την καταλάβει κανείς, ανατινάζει όλο το παραμύθι.
Η ψευδαίσθηση της δημοκρατίας
Μας έμαθαν ότι δημοκρατία σημαίνει να ψηφίζουμε κάθε τέσσερα χρόνια τον επόμενο διαχειριστή της εξουσίας. Μας έμαθαν ότι η συμμετοχή του πολίτη αρχίζει και τελειώνει στην κάλπη. Μας έμαθαν ότι το πολιτικό σύστημα ανήκει σε εκείνους που το κατέχουν, ενώ η κοινωνία έχει απλώς το δικαίωμα να διαλέγει ποιος θα την κυβερνήσει.
Αυτό, όμως, δεν είναι δημοκρατία.
Είναι ανάθεση.
Είναι αποξένωση.
Είναι πολιτική ιδιωτεία.
Είναι η κοινωνία έξω από το σύστημα και η εξουσία μέσα στο κράτος.
Η κοινωνία ψηφίζει, αλλά δεν αποφασίζει. Διαμαρτύρεται, αλλά δεν συνδιαμορφώνει. Πληρώνει, αλλά δεν ελέγχει. Υφίσταται τις συνέπειες, αλλά δεν μετέχει στην παραγωγή της πολιτικής απόφασης.
Και έπειτα της λένε ότι είναι «κυρίαρχος λαός».
Ποιος κυρίαρχος; Αυτός που παρακολουθεί από την εξέδρα; Αυτός που καλείται κάθε λίγα χρόνια να επιλέξει τον επόμενο ηγεμόνα; Αυτός που μετά την κάλπη επιστρέφει στην ιδιωτεία του, ενώ οι μηχανισμοί εξουσίας, οι αγορές, τα κόμματα, τα συμφέροντα και οι κρατικοί διανομείς αποφασίζουν ερήμην του;
Η αναλγησία δεν είναι ατύχημα. Είναι σύστημα.
Ο Κοντογιώργης βάζει το δάχτυλο στην πληγή: όσο οι κοινωνίες βρίσκονται σε πολιτική και κοινωνική αδυναμία, τόσο οι ηγεμόνες τις αντιμετωπίζουν με αναλγησία.
Δεν πρόκειται για προσωπικό ελάττωμα κάποιου πολιτικού. Δεν είναι θέμα χαρακτήρα. Είναι θέμα δομής.
Όταν ο πολίτης δεν είναι μέσα στο πολιτικό σύστημα, αλλά έξω από αυτό, τότε η εξουσία δεν τον φοβάται. Τον υπολογίζει μόνο ως αριθμό. Ως ψήφο. Ως δημοσκόπηση. Ως φορολογική μονάδα. Ως τηλεοπτικό κοινό. Ως κοινωνικό θόρυβο που μπορεί να διαχειριστεί επικοινωνιακά.
Από εκεί γεννιέται η αναλγησία.
Από τη βεβαιότητα του ηγεμόνα ότι η κοινωνία δεν έχει θεσμικό τρόπο να τον ελέγξει πραγματικά. Ότι μπορεί να φωνάζει, να αγανακτεί, να οργίζεται, αλλά στο τέλος θα επιστρέψει στην ίδια τελετουργία: στην κάλπη, στην ανάθεση, στην αναμονή του επόμενου σωτήρα.
Και κάπως έτσι αναπαράγεται το ίδιο σύστημα με άλλα πρόσωπα.
Ο μεγάλος φόβος της εξουσίας
Το κρίσιμο σημείο είναι αυτό: οι εξουσίες δεν φοβούνται απλώς την εναλλαγή κομμάτων. Την έχουν ενσωματώσει. Δεν φοβούνται τόσο την αλλαγή κυβέρνησης. Ξέρουν να επιβιώνουν μέσα από κυβερνήσεις.
Αυτό που φοβούνται είναι κάτι πολύ βαθύτερο: να αξιώσουν οι κοινωνίες να μπουν οι ίδιες στο πολιτικό και οικονομικό σύστημα.
Να πάψουν να είναι θεατές.
Να πάψουν να είναι πελάτες.
Να πάψουν να είναι χειροκροτητές ή εξοργισμένοι σχολιαστές.
Να γίνουν συντελεστές εξουσίας.
Εκεί βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα του μέλλοντος.
Όχι στο αν θα κερδίσει η Α ή η Β κομματική παράταξη. Όχι στο αν θα αλλάξει ο διαχειριστής του ίδιου συστήματος. Αλλά στο αν η κοινωνία θα απαιτήσει αντιπροσώπευση με ουσία, έλεγχο, λογοδοσία, θεσμική συμμετοχή και τελικά δημοκρατία πραγματική — όχι διαφημιστική.
Το ψεύτικο δίλημμα
Γι’ αυτό και το καθεστώς επιστρατεύει το γνωστό φόβητρο: «Αν αμφισβητηθεί η φιλελεύθερη δημοκρατία, θα έρθει ο αυταρχισμός».
Μόνο που εδώ βρίσκεται η μεγάλη απάτη.
Διότι άλλο πράγμα η αμφισβήτηση των δικαιωμάτων, του κράτους δικαίου και των ατομικών ελευθεριών — και άλλο πράγμα η αμφισβήτηση ενός πολιτικού συστήματος που βαφτίζει δημοκρατία την ολιγαρχική κατοχή του κράτους μέσω εκλογών.
Η κοινωνία δεν απειλεί τη δημοκρατία όταν ζητά περισσότερη δημοκρατία. Την απειλούν εκείνοι που της λένε ότι η δημοκρατία τελείωσε στην κάλπη.
Την απειλούν εκείνοι που θεωρούν τον πολίτη ώριμο για να ψηφίζει, αλλά ανώριμο για να αποφασίζει. Τον θέλουν αρκετά χρήσιμο για να νομιμοποιεί την εξουσία τους, αλλά όχι αρκετά ισχυρό για να τη συνδιαμορφώνει.
Αυτό είναι το βαθύτερο πρόβλημα.
Οι κοινωνίες αντιδρούν γιατί ασφυκτιούν
Οι αντισυμβατικές συμπεριφορές των εκλογικών σωμάτων, η άνοδος μορφών διαμαρτυρίας, η αποστροφή προς τις καθεστωτικές δυνάμεις, η διάλυση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, όλα αυτά δεν είναι τυχαία φαινόμενα.
Είναι συμπτώματα.
Όταν οι κοινωνίες βλέπουν την Αριστερά και τη Δεξιά να συγκλίνουν στη διαχείριση των ίδιων αγορών, των ίδιων μηχανισμών, των ίδιων συμφερόντων και των ίδιων κρατικών προνομίων, τότε αναζητούν ρωγμές. Άλλοτε συνειδητά, άλλοτε άτσαλα, άλλοτε επικίνδυνα, άλλοτε τυφλά.
Όμως πίσω από την αντίδραση υπάρχει μια κοινή ρίζα: η αίσθηση ότι το σύστημα δεν εκπροσωπεί πλέον την κοινωνία. Ότι τη χρησιμοποιεί. Ότι τη φοβάται μόνο όταν ξεφεύγει από τον έλεγχο. Ότι την επικαλείται ως λαό, αλλά τη μεταχειρίζεται ως υπήκοο.
Το πρώτο βήμα: να καταλάβουμε την εξαπάτηση
Ο Κοντογιώργης το λέει καθαρά: το πρώτο βήμα είναι οι κοινωνίες να συνειδητοποιήσουν ότι είναι βαθιά εξαπατημένες.
Ότι η ατομική ελευθερία δεν αρκεί όταν λείπει η πολιτική ελευθερία. Ότι τα δικαιώματα δεν αρκούν όταν η κοινωνία δεν μετέχει στην εξουσία. Ότι η ψήφος δεν αρκεί όταν μετά την ψήφο ο πολίτης εξαφανίζεται από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Και κυρίως: ότι η Ιστορία δεν τελείωσε.
Οι κοινωνίες εξελίσσονται. Δεν μένουν στάσιμες επειδή έτσι βολεύει τους ηγεμόνες τους. Διευρύνουν την ελευθερία τους εκεί όπου ασφυκτιούν. Και σήμερα ασφυκτιούν ακριβώς στο πεδίο της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας.
Η αναλγησία του ηγεμόνα είναι πάντα το προοίμιο της πτώσης του.
Διότι όσο περισσότερο η εξουσία πιστεύει ότι η κοινωνία είναι ανήμπορη, τόσο περισσότερο προετοιμάζει την έκρηξη της συνείδησής της.
Και όταν οι κοινωνίες καταλάβουν ότι δεν είναι πολίτες μιας ολοκληρωμένης δημοκρατίας, αλλά υπήκοοι μιας εκλόγιμης μοναρχίας, τότε το παιχνίδι αλλάζει.
Γιατί τότε δεν θα ζητούν απλώς καλύτερους κυβερνήτες.
Θα ζητούν να πάψει ο ηγεμόνας να κατέχει το σύστημα.
Και να μπει επιτέλους η κοινωνία εκεί από όπου την έχουν πετάξει έξω: στην καρδιά της πολιτικής εξουσίας.


