Ο Άρειος Πάγος και η νέα νομοθετική ρύθμιση επέβαλαν μικρότερες δόσεις και επανυπολογισμό των τόκων – Πολίτες καταγγέλλουν καθυστερήσεις και αδυναμία πληρωμής
Μια μεγάλη δικαστική νίκη κινδυνεύει να χαθεί μέσα στους διαδρόμους των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, στα τηλεφωνικά κέντρα, στις καθυστερήσεις και στα μηχανογραφικά συστήματα που δήθεν δεν πρόλαβαν να προσαρμοστούν.
Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την υπ’ αριθμόν 6/2026 απόφασή της, έκρινε ότι για τις προστατευόμενες ρυθμίσεις του νόμου Κατσέλη ο τόκος πρέπει να υπολογίζεται πάνω στη δικαστικά καθορισμένη μηνιαία δόση και όχι πάνω στο συνολικό ανεξόφλητο κεφάλαιο.
Η απόφαση προβλέπει επίσης ότι δεν επιτρέπεται ανατοκισμός. Πρόκειται για μια κρίσιμη ερμηνεία που αλλάζει ουσιαστικά το ύψος της επιβάρυνσης των δανειοληπτών και δεν αφήνει περιθώριο για συνέχιση του παλαιού τρόπου υπολογισμού.
Ακολούθησε η νομοθετική παρέμβαση του Ιουνίου 2026, η οποία επέκτεινε την εφαρμογή της απόφασης στις ενεργές ρυθμίσεις και αναγνώρισε αναδρομικά τα επιπλέον ποσά που είχαν καταβάλει οι συνεπείς οφειλέτες.
Τα υπερβάλλοντα ποσά πρέπει να συμψηφιστούν υπέρ του δανειολήπτη, μειώνοντας είτε το υπόλοιπο είτε τη διάρκεια αποπληρωμής.
Στα χαρτιά, λοιπόν, οι κανόνες είναι καθαροί.
Στην πράξη, όμως, αρχίζουν τα προβλήματα.
Καταγγελίες για αδυναμία πληρωμής των νέων δόσεων
Τις τελευταίες ημέρες πληθαίνουν οι καταγγελίες πολιτών και νομικών εκπροσώπων για σοβαρές δυσλειτουργίες στις διαδικασίες εξυπηρέτησης από ορισμένους servicers. Δανειολήπτες φέρονται να δυσκολεύονται ακόμη και να καταβάλουν τη νέα, μειωμένη δόση τους.
Αυτό δεν είναι ένα απλό τεχνικό ζήτημα.
Ο δανειολήπτης του νόμου Κατσέλη οφείλει να είναι συνεπής στη δικαστική ρύθμιση. Όταν, όμως, ο ίδιος ο διαχειριστής της απαίτησης δεν του δίνει εγκαίρως νέο δοσολόγιο, σαφή λογαριασμό πληρωμής ή αναλυτικό επανυπολογισμό, δημιουργείται μια επικίνδυνη παγίδα: ο πολίτης μπορεί να εμφανιστεί ως ασυνεπής για μια καθυστέρηση που δεν προκάλεσε ο ίδιος.
Κανένας servicer δεν μπορεί να επικαλείται μηχανογραφικές δυσκολίες για να αναστείλει στην πράξη την εφαρμογή μιας δικαστικής απόφασης και ενός νόμου.
Οι εταιρείες διαχείρισης είχαν και έχουν την υποχρέωση να προσαρμόσουν άμεσα τα συστήματά τους, να ενημερώσουν γραπτώς κάθε οφειλέτη και να εκδώσουν αναλυτικό νέο δοσολόγιο. Παράλληλα, πρέπει να καταγράφονται με σαφήνεια τα ποσά που καταβλήθηκαν επιπλέον και ο τρόπος με τον οποίο συμψηφίζονται.
Η καταγγελία της Μαρίας Γρατσία
Ιδιαίτερα σοβαρή είναι και η καταγγελία της δικηγόρου Μαρίας Γρατσία για ενδεχόμενη κακουργηματική φοροδιαφυγή τραπεζών, η οποία συνδέεται με τις λεγόμενες τριγωνικές συναλλαγές μεταξύ τραπεζών, funds και servicers.
Η καταγγελία δεν μπορεί να υιοθετηθεί ως αποδεδειγμένο γεγονός χωρίς επίσημο φορολογικό και δικαστικό έλεγχο. Ακριβώς γι’ αυτό δεν πρέπει να παραμείνει μία ακόμη τηλεοπτική ή δημοσιογραφική αναφορά.
Η ΑΑΔΕ, η Τράπεζα της Ελλάδος και οι αρμόδιες εισαγγελικές αρχές οφείλουν να ελέγξουν τις συναλλαγές, τα τιμήματα μεταβίβασης, τη φορολογική τους αποτύπωση και τις πραγματικές σχέσεις ανάμεσα στις εμπλεκόμενες εταιρείες.
Η διαχείριση δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ ιδιωτικού χρέους δεν μπορεί να λειτουργεί μέσα σε ένα καθεστώς αδιαφάνειας.
Δεν θα πληρώσει ξανά ο πολίτης την καθυστέρηση των εταιρειών
Η κυβέρνηση και οι εποπτικές αρχές πρέπει να παρέμβουν πριν η εφαρμογή της απόφασης εξελιχθεί σε νέο κύκλο δικαστικών προσφυγών.
Απαιτούνται άμεσα:
- Έγγραφη ενημέρωση κάθε δανειολήπτη για τη νέα δόση.
- Αναλυτικός επανυπολογισμός τόκων και κεφαλαίου.
- Σαφής συμψηφισμός των επιπλέον καταβολών.
- Απαγόρευση επιβαρύνσεων ή καταγγελίας ρυθμίσεων όσο εκκρεμεί η προσαρμογή των συστημάτων.
- Κυρώσεις σε όσους servicers καθυστερούν ή δίνουν αντιφατικές οδηγίες.
Η απόφαση του Αρείου Πάγου δεν αποτελεί σύσταση προς τα funds. Είναι δεσμευτική δικαστική κρίση, η οποία πλέον συνοδεύεται από συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση.
Οι δανειολήπτες περίμεναν χρόνια για να δικαιωθούν. Δεν πρόκειται να περιμένουν άλλα τόσα μέχρι να αποφασίσουν οι εταιρείες ότι είναι έτοιμες να εφαρμόσουν τον νόμο.

